Επί διαφοράς μεταξύ δυο εναγόντων και τριών εναγομένων(εκ των οποίων ένα νομικό και δύο φυσικά πρόσωπα) τα μέρη αποφάσισαν να προχωρήσουν σε διαμεσολάβηση και υπέγραψαν τη συμφωνία υπαγωγής, με εξαίρεση τον τρίτο εναγόμενο, ο οποίος δεν θα συμμετάσχει,
ΕΡΩΤΑΤΑΙ:
1.Tι ισχύει με την αναστολή προθεσμιών για τον μη συμμετέχοντα, επανεκκινούν κανονικά από την επομένη της ΥΑΣ;
2. Εφόσον τα υπόλοιπα μέρη έλθουν σε συμφωνία, υπογράψουν το σχετικό πρακτικό, κατατεθεί στη γραμματεία του δικαστηρίου κλπ, υπάρχει οποιαδήποτε αξίωση των εναγόντων κατά του τρίτου εναγομένου που απείχε από τη διαδικασία;
3. Αν γίνει λόγος για περίπτωση αναγκαίας ομοδικίας, τα λοιπά μέρη δύνανται να προχωρήσουν κανονικά στη διαδικασία χωρίς τη συμμετοχή του εναγομένου που απέχει, ή τίθεται θέμα εκ των υστέρων ακύρωσης μιας πιθανής συμφωνίας τους;
Επί των υποβληθέντων ερωτημάτων έχομε την γνώμη ότι προσήκει η κατωτέρω αναφερομένη απάντηση:
Κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 4640/2019 « 1. Στη διαδικασία της διαμεσολάβησης μπορούν να υπαχθούν αστικές και εμπορικές διαφορές, εθνικού ή διασυνοριακού χαρακτήρα, υφιστάμενες ή μέλλουσες, εφόσον τα μέρη έχουν την εξουσία να διαθέτουν το αντικείμενο της διαφοράς, σύμφωνα με τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, ενώ κατά το άρθρο 6 παρ. 1 ιδίου νόμου « 1.Οι παρακάτω αστικές και εμπορικές διαφορές υπάγονται στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης, εφόσον τα μέρη έχουν εξουσία διάθεσης της μεταξύ τους διαφοράς :……»
Όπως ορίζεται στις ανωτέρω διατάξεις, προκειμένου να προσφύγουν στην Διαμεσολάβηση , τα μέρη πρέπει να έχουν την εξουσία να διαθέτουν ελεύθερα το αντικείμενο της διαφοράς, δηλαδή αυτό να είναι απαλλοτριωτό, όπως κατά κύριο λόγο είναι τα περιουσιακά δικαιώματα ,ενοχικά και εμπράγματα, όχι όμως και εκείνα που ανάγονται στο δίκαιο προστασίας της προσωπικότητας.
Εξουσία διαθέσεως του αντικειμένου της διαφοράς υπάρχει όταν τα μέρη έχουν, σύμφωνα με τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, το δικαίωμα να αποφασίζουν ελευθέρως εάν θα επιδιώξουν δικαστικώς ή όχι την προστασία του συγκεκριμένου δικαιώματος τους, εάν θα το εκχωρήσουν ,εάν θα το περιορίσουν ή εάν θα παραιτηθούν από αυτό, εάν το δικαίωμα και η περί αυτό διαφορά εν γένει είναι δεκτικά συμβιβασμού. Αδιάφορο είναι εάν το δικαίωμα είναι αποτιμητό ή όχι σε χρήμα (βλ. 13, 42, 43,45,52 Γνώμες Επιτροπής). Η εξουσία ελεύθερης διαθέσεως είναι έννοια σχετική όχι προς το πρόσωπο του δικαιούχου, αλλά αποτελεί ιδιότητα του συγκεκριμένου δικαιώματος που αποτελεί αντικείμενο της διαφοράς.
Οι διαφορές από αδικοπραξία (άρθρα 914 επ. ΑΚ) μπορούν να υπαχθούν σε Διαμεσολάβηση, εάν οι ενδιαφερόμενοι έχουν την εξουσία ελεύθερης διάθεσης του αντικειμένου της διαφοράς.
Ωστόσο, οι αξιώσεις από ηθική βλάβη φυσικού προσώπου λόγω προσβολής προσωπικότητας (άρθρα 932 και 59 ΑΚ) αφορούν άμεσα στη διατάραξη μη περιουσιακών αγαθών του ατόμου , που απορρέουν από τη σωματική, ψυχική ή κοινωνική ατομικότητά του, συνδέονται δε τόσο στενά με την ψυχική σφαίρα του φυσικού προσώπου, που υφίσταται και την ψυχική ταραχή, η οποία εκπηγάζει από την αδικοπρακτική συμπεριφορά σε βάρος του, ώστε να μη μπορούν ν' αποτελέσουν αντικείμενο διαμεσολάβησης, καθώς συνδέονται άρρηκτα με το δικαίωμα στην προσωπικότητα. Μάλιστα, το άρθρο 933 ΑΚ καθιερώνει το κατά κανόνα ανεκχώρητο και ακληρονόμητο της αξίωσης για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης από αδικοπραξία του άρθρου 932 ΑΚ, υπογραμμίζοντας τον χαρακτήρα της ως αυστηρά προσωπικής.
Στην συγκεκριμένη υπόθεση υπάρχει αίτημα περί « χρηματικής αποζημίωσης για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης » των εναγόντων.Όμως ,όπως προκύπτει σαφώς από όσα εκτίθενται ανωτέρω, δεν υπάρχει εξουσία διάθεσης του αντικειμένου της διαφοράς από προσβολή της προσωπικότητας, η οποία ως γενεσιουργό αιτία έχει την άδικη πράξη του υπαίτιου αυτής( άρθρα 57, 914 ΑΚ) και, επομένως, δεν υπάρχει υποχρέωση διεξαγωγής ΥΑΣ Διαμεσολάβησης, αλλά και δυνατότητα προσφυγής στη Διαμεσολάβηση για το σύνολο της διαφοράς.
Ως εκ περισσού επί των υποβληθέντων ερωτημάτων εκθέτουμε τα ακόλουθα:
Ειδικώτερα :
1. Οι ανασταλείσες προθεσμίες συνεχίζονται ( όχι επανεκκινούν όπως θα συνέβαινε σε περίπτωση διακοπής και όχι αναστολής τους ) για όλους τους διαδίκους, την επομένη της σύνταξης του Πρακτικού μη επίτευξης συμφωνίας ή της επίδοσης δήλωσης αποχώρησης από την διαδικασία της διαμεσολάβησης του ενός μέρος προς το άλλο και προς τον διαμεσολαβητή ή της με οποιονδήποτε τρόπο ολοκλήρωσης ή κατάργησης της διαδικασίας της διαμεσολάβησης, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 9 του Νόμου 4640 / 2019
2. Σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 7 του Νόμου Ν.4640/2019 «Μετά το πέρας της υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας συντάσσεται πρακτικό από τον διαμεσολαβητή που υπογράφεται από τον ίδιο και όλους τους συμμετέχοντες και αν επακολουθήσει άσκηση αγωγής ή αν έχει ήδη ασκηθεί, αυτό κατατίθεται στο δικαστήριο επί ποινή απαραδέκτου της συζήτησης της υπόθεσης μαζί με τις προτάσεις. Στο πρακτικό αυτό αναγράφεται υποχρεωτικά ο τρόπος γνωστοποίησης της υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας στα μέρη και η συμμετοχή τους ή μη σε αυτήν.»
Εξ άλλου, σύμφωνα με την παράγραφο 6 του ίδιου άρθρου του πιο πάνω αναφερόμενου Νόμου «Το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της διαφοράς δύναται να επιβάλει στο μέρος που δεν προσήλθε στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης, παρότι έχει κληθεί προς τούτο, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, χρηματική ποινή η οποία δεν μπορεί να είναι κατώτερη από εκατό (100) ευρώ και μεγαλύτερη από πεντακόσια (500) ευρώ, συνεκτιμώμενης της εν γένει συμπεριφοράς του και των λόγων μη προσέλευσης.»
Κατ’ ακολουθία, είναι σαφές ότι το επισπεύδον μέρος δεν έχει καμία αξίωση κατά του εναγομένου που δεν προσήλθε στην διαδικασία της ΥΑΣ ,αλλά και για την ταυτότητα του λόγου, ούτε κατά του εναγομένου, που δεν προσήλθε σε διαδικασία εκούσιας πλήρους διαμεσολάβησης .
3. Στην προκειμένη υπόθεση, δεν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία μεταξύ των τριών εναγομένων μη συντρεχουσών των προϋποθέσεων του άρθρου 76 του ΚΠολΔ. Κατά συνέπεια, παρέλκει η έστω και εκ του περισσού ενασχόληση με αυτό το ερώτημα .
Αθήνα 6 Δεκεμβρίου 2021