Γνώμες Επιτροπής Νομικών Θεμάτων

ΑΡΙΘΜΟΣ 71/2021

Εκ μέρους της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων: Κυριάκος Οικονόμου, Αρεοπαγίτης ε.τ Εισηγήτρια: Βασιλική Αθανάσογλου, Αναπληρωματικό Μέλος ΚΕΔ, Διαπιστευμένη Διαμεσολαβήτρια, Δικηγόρος Αθηνών και Δικηγόρος Ντίσελντορφ (Rechtsanwältin)

Εάν διαμεσολαβητής ορισμένος μέσω της ΚΕΔ, νομιμοποιείται να διεξάγει την ΥΑΣ μόνο με τον δικηγόρο των εναγόντων, χωρίς να έχει έγγραφο αιτιολογημένης απουσίας αυτών;

Απάντηση

Επί του υποβληθέντος ερωτήματος έχουμε την γνώμη ότι προσήκει η κατωτέρω αναφερομένη απάντηση:

Στο άρθ. 7 παρ. 5 εδαφ. α΄ του ν. 4640/2019 ορίζεται ότι στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία τα μέρη παρίστανται μαζί με νομικό παραστάτη, του οποίου η αμοιβή συμφωνείται ελεύθερα, ενώ στο εδαφ.  γ΄ προβλέπεται ότι κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία δυνάμει εξουσιοδότησης μόνη η συμμετοχή του νομικού παραστάτη του μέρους, του οποίου αποδεδειγμένα δεν είναι δυνατή η φυσική παρουσία, ιδίως, στις περιπτώσεις που αντιμετωπίζει δυσκολία μετακίνησης λόγω σοβαρής ασθένειας ή αν δεν υπάρχει δυνατότητα τηλεδιάσκεψης μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή ή άλλου συστήματος τηλεδιάσκεψης ή αν είναι κάτοικος εξωτερικού. Η σχέση αυτών των δύο διατάξεων είναι σχέση κανόνα προς εξαίρεση, και όπως σε κάθε τέτοια περίπτωση, η εξαίρεση θα πρέπει να αντιμετωπίζεται κατ’ αρχάς ερμηνευόμενη και εφαρμοζόμενη στενά. Παράλληλα, το εδαφ. γ΄ απαιτεί αποδεδειγμένη αδυναμία φυσικής παρουσίας του μέρους που συμμετέχει στην ΥΑΣΔ, ώστε μόνο τότε να μπορεί να παρασταθεί κατά τη διεξαγωγή της μονάχα ο νομικός παραστάτης. Τέλος, ο ρόλος του διαμεσολαβητή κατά την ΥΑΣΔ δεν είναι δικαιοδοτικός, ώστε δεν υπάγεται στην αρμοδιότητά του και τις εξουσίες του ο έλεγχος της παραπάνω αποδεδειγμένης ή μη αδυναμίας· ο έλεγχος αυτός πραγματοποιείται μόνον από το δικαστήριο της ουσίας, το οποίο θα συνεκτιμήσει την εν γένει συμπεριφορά των μερών για την ενδεχόμενη επιβολή ποινής κατ’ άρθ. 7 παρ. 6 εδαφ. α΄ ν. 4640/2019. Εν προκειμένω, η ΥΑΣΔ θα πρέπει να διεξαχθεί από τη διαμεσολαβήτρια κανονικά, με ρητή αναφορά στο πρακτικό της μη αυτοπρόσωπης εμφάνισης των μερών, αλλά την διά νομικού παραστάτη εκπροσώπηση άνευ προσκόμισης ενώπιον  της σχετικού αποδεικτικού που να  δικαιολογούσε την μη αυτοπρόσωπη εμφάνιση. Υπενθυμίζουμε την ανάγκη σχετικής εξουσιοδότησης του νομικού παραστάτη.

ΑΡΙΘΜΟΣ 72/2021

Εκ μέρους της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων: Κυριάκος Οικονόμου, Αρεοπαγίτης ε.τ ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ: Κατερίνα Κωτσάκη Δικηγόρος ε.τ. Διαπιστευμένη Διαμεσολαβήτρια Υπουργείου Δικαιοσύνης –MCIArb Πιστοποιημένη Εκπαιδεύτρια Διαμεσολαβητών « Πρόεδρος ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΩΝ» «αναπλ. Μέλος της ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ του ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ».

Επί     διαφοράς μεταξύ δυο εναγόντων και τριών εναγομένων(εκ των οποίων ένα νομικό και δύο φυσικά πρόσωπα)  τα μέρη αποφάσισαν να προχωρήσουν σε διαμεσολάβηση και υπέγραψαν τη συμφωνία υπαγωγής, με εξαίρεση τον τρίτο εναγόμενο, ο οποίος δεν θα συμμετάσχει,

 ΕΡΩΤΑΤΑΙ:

1.Tι  ισχύει με την αναστολή προθεσμιών για τον μη συμμετέχοντα, επανεκκινούν κανονικά από την επομένη της ΥΑΣ;

2. Εφόσον τα υπόλοιπα μέρη έλθουν σε συμφωνία, υπογράψουν το σχετικό πρακτικό, κατατεθεί στη γραμματεία του δικαστηρίου κλπ, υπάρχει οποιαδήποτε αξίωση των εναγόντων κατά του τρίτου εναγομένου που απείχε από τη διαδικασία;

3. Αν γίνει λόγος για περίπτωση αναγκαίας ομοδικίας, τα λοιπά μέρη δύνανται να προχωρήσουν κανονικά στη διαδικασία χωρίς τη συμμετοχή του εναγομένου που απέχει, ή τίθεται θέμα εκ των υστέρων ακύρωσης μιας πιθανής συμφωνίας τους; 

Απάντηση

Επί των υποβληθέντων ερωτημάτων έχομε την γνώμη ότι προσήκει η κατωτέρω αναφερομένη απάντηση:

Κατά το άρθρο 3  παρ. 1 του ν. 4640/2019 « 1. Στη διαδικασία της διαμεσολάβησης μπορούν να υπαχθούν αστικές και εμπορικές διαφορές, εθνικού ή διασυνοριακού χαρακτήρα, υφιστάμενες ή μέλλουσες, εφόσον τα μέρη έχουν την εξουσία να διαθέτουν το αντικείμενο της διαφοράς, σύμφωνα με τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, ενώ κατά το άρθρο 6  παρ. 1 ιδίου νόμου « 1.Οι παρακάτω αστικές και εμπορικές διαφορές υπάγονται στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης, εφόσον τα μέρη έχουν εξουσία διάθεσης της μεταξύ τους διαφοράς :……»

Όπως ορίζεται στις ανωτέρω διατάξεις, προκειμένου να προσφύγουν στην Διαμεσολάβηση , τα μέρη πρέπει να έχουν την εξουσία να διαθέτουν ελεύθερα το αντικείμενο της διαφοράς, δηλαδή αυτό να είναι απαλλοτριωτό, όπως κατά κύριο λόγο είναι τα περιουσιακά δικαιώματα ,ενοχικά και εμπράγματα, όχι όμως και εκείνα που ανάγονται στο δίκαιο προστασίας της προσωπικότητας.

Εξουσία διαθέσεως του αντικειμένου της διαφοράς υπάρχει όταν τα μέρη έχουν, σύμφωνα με τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, το δικαίωμα να αποφασίζουν ελευθέρως εάν θα  επιδιώξουν  δικαστικώς ή όχι την προστασία του συγκεκριμένου δικαιώματος τους, εάν θα το εκχωρήσουν ,εάν θα το περιορίσουν ή εάν θα παραιτηθούν από αυτό,  εάν το δικαίωμα και η περί αυτό διαφορά εν γένει είναι δεκτικά συμβιβασμού. Αδιάφορο είναι εάν το δικαίωμα είναι αποτιμητό ή όχι σε χρήμα (βλ. 13, 42, 43,45,52  Γνώμες Επιτροπής). Η εξουσία ελεύθερης διαθέσεως είναι έννοια σχετική όχι προς το πρόσωπο του δικαιούχου, αλλά αποτελεί ιδιότητα του συγκεκριμένου δικαιώματος που αποτελεί αντικείμενο της διαφοράς.

Οι διαφορές από αδικοπραξία (άρθρα 914 επ. ΑΚ) μπορούν να υπαχθούν σε Διαμεσολάβηση, εάν οι ενδιαφερόμενοι έχουν την εξουσία ελεύθερης διάθεσης του αντικειμένου της διαφοράς.

Ωστόσο, οι αξιώσεις από ηθική βλάβη φυσικού προσώπου λόγω προσβολής προσωπικότητας (άρθρα 932 και 59 ΑΚ) αφορούν άμεσα στη διατάραξη μη περιουσιακών αγαθών του ατόμου , που απορρέουν από τη σωματική, ψυχική ή κοινωνική ατομικότητά του, συνδέονται δε τόσο στενά με την ψυχική σφαίρα του φυσικού προσώπου, που υφίσταται και την ψυχική ταραχή, η οποία εκπηγάζει από την αδικοπρακτική συμπεριφορά σε βάρος του, ώστε να μη μπορούν ν' αποτελέσουν αντικείμενο διαμεσολάβησης, καθώς συνδέονται άρρηκτα με το δικαίωμα στην προσωπικότητα. Μάλιστα, το άρθρο 933 ΑΚ καθιερώνει το κατά κανόνα ανεκχώρητο και ακληρονόμητο της αξίωσης για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης από αδικοπραξία του άρθρου 932 ΑΚ, υπογραμμίζοντας τον χαρακτήρα της ως αυστηρά προσωπικής.

Στην συγκεκριμένη υπόθεση υπάρχει αίτημα περί « χρηματικής αποζημίωσης για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης » των εναγόντων.Όμως ,όπως προκύπτει σαφώς από όσα εκτίθενται ανωτέρω, δεν υπάρχει εξουσία διάθεσης του αντικειμένου της διαφοράς από προσβολή της προσωπικότητας, η οποία ως γενεσιουργό αιτία έχει την άδικη πράξη του υπαίτιου αυτής( άρθρα 57, 914 ΑΚ) και, επομένως, δεν υπάρχει υποχρέωση διεξαγωγής ΥΑΣ Διαμεσολάβησης, αλλά και δυνατότητα προσφυγής στη Διαμεσολάβηση για το σύνολο της διαφοράς.

Ως εκ περισσού επί των υποβληθέντων ερωτημάτων εκθέτουμε τα ακόλουθα:

 Ειδικώτερα :

1. Οι ανασταλείσες προθεσμίες συνεχίζονται ( όχι επανεκκινούν όπως θα συνέβαινε σε περίπτωση διακοπής και όχι αναστολής τους ) για όλους τους διαδίκους, την επομένη της σύνταξης του Πρακτικού μη επίτευξης  συμφωνίας ή  της επίδοσης  δήλωσης  αποχώρησης από την διαδικασία της διαμεσολάβησης του ενός μέρος προς το άλλο και προς τον διαμεσολαβητή ή της με οποιονδήποτε τρόπο ολοκλήρωσης ή κατάργησης της διαδικασίας της διαμεσολάβησης,  σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 9  του Νόμου 4640 / 2019

2. Σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 7 του Νόμου Ν.4640/2019 «Μετά το πέρας της υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας συντάσσεται πρακτικό από τον διαμεσολαβητή που υπογράφεται από τον ίδιο και όλους τους συμμετέχοντες και αν επακολουθήσει άσκηση αγωγής ή αν έχει ήδη ασκηθεί, αυτό κατατίθεται στο δικαστήριο επί ποινή απαραδέκτου της συζήτησης της υπόθεσης μαζί με τις προτάσεις. Στο πρακτικό αυτό αναγράφεται υποχρεωτικά ο τρόπος γνωστοποίησης της υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας στα μέρη και η συμμετοχή τους ή μη σε αυτήν.»

Εξ άλλου, σύμφωνα με την παράγραφο 6 του ίδιου άρθρου του πιο πάνω αναφερόμενου Νόμου «Το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της διαφοράς δύναται να επιβάλει στο μέρος που δεν προσήλθε στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης, παρότι έχει κληθεί προς τούτο, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, χρηματική ποινή η οποία δεν μπορεί να είναι κατώτερη από εκατό (100) ευρώ και μεγαλύτερη από πεντακόσια (500) ευρώ, συνεκτιμώμενης της εν γένει συμπεριφοράς του και των λόγων μη προσέλευσης.»

Κατ’  ακολουθία, είναι σαφές ότι το επισπεύδον μέρος δεν έχει καμία αξίωση κατά του εναγομένου που δεν προσήλθε στην διαδικασία της ΥΑΣ ,αλλά και για την ταυτότητα του λόγου, ούτε κατά του εναγομένου, που δεν προσήλθε σε διαδικασία εκούσιας πλήρους διαμεσολάβησης .

3. Στην προκειμένη υπόθεση, δεν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία μεταξύ των τριών εναγομένων μη συντρεχουσών των προϋποθέσεων του άρθρου 76 του ΚΠολΔ. Κατά συνέπεια, παρέλκει η έστω και εκ του περισσού ενασχόληση με αυτό το ερώτημα .

 

                                                                       Αθήνα 6 Δεκεμβρίου 2021

ΑΡΙΘΜΟΣ 73/2021

Εκ μέρους της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων: Κυριάκος Οικονόμου, Αρεοπαγίτης ε.τ ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ: Κατερίνα Κωτσάκη Δικηγόρος ε.τ. Διαπιστευμένη Διαμεσολαβήτρια Υπουργείου Δικαιοσύνης –MCIArb Πιστοποιημένη Εκπαιδεύτρια Διαμεσολαβητών « Πρόεδρος ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΩΝ» «αναπλ. Μέλος της ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ του ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ».

Εάν – σε ασκηθείσα αγωγή περί λύσης γάμου λόγω διετούς διάστασης, στην οποία σωρεύεται αίτημα για επιδίκαση διατροφής και ανάθεσης επιμέλειας ανηλίκων,  ο αντίδικος ασκήσει αντίθετη αγωγή για την ρύθμιση επικοινωνίας, αλλά οι ενδιαφερόμενοι αποφασίσουν να υποβάλουν την διαφορά τους περί διατροφής, επιμέλειας των τέκνων και επικοινωνίας με αυτά σε Διαμεσολάβηση, έτσι ώστε το Δικαστήριο να εκδώσει απόφαση μόνο για την λύση του γάμου – πρέπει να εκδοθούν νέα διπλότυπα δικηγορικής αμοιβής παρά το γεγονός ότι έχουν εκδοθεί τριπλότυπα είσπραξης δικηγορικής αμοιβής για την κατάθεση της αγωγής και της αντίθετης αγωγής;  Περαιτέρω, τίθεται και γενικότερο ερώτημα από την ερωτώσα δικηγόρο σχετικά με  το τι ισχύει για τα διπλότυπα, που έχουν εκδοθεί όταν έχει κατατεθεί εισαγωγικό δικόγραφο της δίκης και, στην συνέχεια, οι διάδικοι συμφωνήσουν  να υποβάλουν την διαφορά τους σε διαμεσολάβηση;

Απάντηση

Επί των ως άνω ερωτημάτων, προσήκουν, κατά την γνώμη μας,οι εξής απαντήσεις:

1.         Από την παράγραφο 1 του άρθρου 5 του Νόμου 4640/2929,στην οποία ορίζεται ότι : « Η αμοιβή  του νομικού παραστάτη  κάθε μέρους συμφωνείται ελεύθερα και για τη συμμετοχή του σε όλη τη διαδικασία της διαμεσολάβησης εκδίδεται, σύμφωνα με τον Κώδικα Δικηγόρων, γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών ποσού εξήντα (60,00) ευρώ για υποθέσεις αρμοδιότητας Ειρηνοδικείου, ποσού εκατό (100,00) ευρώ για υποθέσεις αρμοδιότητας Μονομελούς Πρωτοδικείου και ποσού εκατόν πενήντα (150,00) ευρώ για υποθέσεις αρμοδιότητας Πολυμελούς Πρωτοδικείου», προκύπτει σαφώς και αναντίρρητα ότι, για την παράσταση σε διαδικασία Διαμεσολάβησης, πρέπει να εκδοθεί ειδικό  γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών ( διπλότυπο είσπραξης δικηγορικής αμοιβής),το οποίο δεν μπορεί  να αντικατασταθεί από άλλο γραμμάτιο εκδοθέν για οποιονδήποτε άλλο λόγο, δεδομένου ότι είναι ειδικό και αφορά αποκλειστικά στην διαδικασία της Διαμεσολάβησης.

 

2.         α. Εάν εκδίδεται γραμμάτιο μόνο για την κατάθεση δικογράφου, το οποίο πράγματι κατατίθεται, αλλά οι διάδικοι  αποφασίσουν στην συνέχεια να υποβάλουν την διαφορά τους σε Διαμεσολάβηση, το ποσό του γραμματίου δεν αναζητείται διότι έχει« απορροφηθεί» από την κατάθεση του δικογράφου .

 

           β. Εάν, πριν την υπαγωγή σε Διαμεσολάβηση, έχει εκδοθεί ,εκτός από το γραμμάτιο για την κατάθεση δικογράφου και γραμμάτιο για την παράσταση και την υποβολή προτάσεων, αλλά αυτό δεν χρησιμοποιηθεί λόγω επίλυσης της διαφοράς με Διαμεσολάβηση  ( ή για οποιονδήποτε άλλο λόγο ) , το ποσό του γραμματίου μπορεί να επιστραφεί μετά από αίτηση προς  την Ολομέλεια των Δικηγορικών Συλλόγων .

           γ. Εάν κατά την κατάθεση του δικογράφου έχει εκδοθεί ένα μοναδικό γραμμάτιο και για την κατάθεση και για την παράσταση και για την υποβολή προτάσεων και  λάβει χώρα μόνον η κατάθεση του δικογράφου, ενώ η παράσταση και η υποβολή προτάσεων δεν γίνουν λόγω επίλυσης της διαφοράς με Διαμεσολάβηση( ή για οποιονδήποτε άλλο λόγο) τότε δύναται να ζητηθεί επιστροφή του  ποσού, που αφορά στην παράσταση και στην κατάθεση προτάσεων, αλλά, κατά κανόνα   η αίτηση δεν θα γίνει δεκτή.

ΑΡΙΘΜΟΣ 74/2021

Εκ μέρους της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων: Γ. Ορφανίδης, Μέλος της ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ του ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ

ΕΧΩ ΚΑΤΑΘΕΣΕΙ ΤΗΝ ΜΕ ΓΑΚ 15559/2021 ΚΑΙ ΕΑΚ 13352/2021 ΑΓΩΓΗ ΣΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ (ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΤΑΚΤΙΚΗ)  ΓΙΑ ΠΟΣΟ ΠΑΝΩ ΑΠΟ 30.000 ΕΥΡΩ. ΕΧΩ ΚΑΤΑΘΕΣΕΙ ΗΔΗ ΤΙΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΩΝ 100 ΗΜΕΡΩΝ ΚΑΙ ΔΕΝ ΕΧΩ ΠΡΟΒΕΙ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 6 ΤΟΥ Ν. 4640/2019 ΣΤΗΝ ΥΑΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ, ΩΣ ΕΚ ΤΟΥΤΟΥ ΘΑ ΚΡΙΘΕΙ ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΗ Η ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΤΗΣ ΑΓΩΓΗΣ ΓΙΑ ΤΥΠΙΚΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ. ΘΑ ΗΘΕΛΑ ΝΑ ΓΝΩΡΙΖΩ ΑΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΛΛΟΣ ΤΡΟΠΟΣ ΩΣΤΕ ΝΑ ΑΠΟΣΥΡΩ ΤΟ ΔΙΚΟΓΡΑΦΟ ΚΑΙ ΝΑ ΕΠΑΝΕΛΘΩ ΤΗΡΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΤΗΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ ΠΛΗΝ ΤΗΣ ΠΑΡΑΙΤΗΣΗΣ ΤΟΥ ΔΙΚΟΓΡΑΦΟΥ ΕΞΑΙΤΙΑΣ ΛΟΓΩ ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΟΥ ΤΗΣ ΠΡΟΔΙΚΑΣΙΑΣ, ΠΟΥ ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ ΑΠΟΔΕΚΤΗ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥΣ.
ΕΑΝ Η ΑΓΩΓΗ ΠΑΕΙ ΠΡΟΣ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΘΑ ΧΑΘΕΙ ΠΟΛΥΤΙΜΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΧΑΝΕΤΑΙ ΤΟ ΕΝΝΟΜΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ ΤΗΣ ΠΕΛΑΤΙΣΣΑΣ ΜΟΥ, ΔΙΟΤΙ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΓΙΑ ΑΓΩΓΗ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗΣ ΑΠΟ ΑΔΙΚΟΠΡΑΞΙΑ ΚΑΙ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΩΣ ΑΠΟ ΚΑΤΑΣΧΕΣΗ.

Απάντηση

Επί των ως άνω ερωτημάτων, προσήκουν, κατά την γνώμη μας, οι εξής απαντήσεις:

«Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 6 παρ. 1 γ του ν. 4640/2019 για το παραδεκτό της συζητήσεως αγωγής που τυχόν θα ασκηθεί κατατίθεται μαζί με τις προτάσεις της συζήτησης και πρακτικό της υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας διαμεσολάβησης. Στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης υπάγονται οι αναφερόμενες στην ίδια διάταξη διαφορές. Παράλληλα, από τη διάταξη του άρθρ. 7 παρ. 4 του ιδίου νόμου προκύπτει ότι η διαδικασία διαμεσολάβησης μπορεί να λάβει χώρα και μετά την άσκηση της αγωγής. Στην ίδια παρ. 4 προβλέπεται εκ νέου ότι το πρακτικό κατατίθεται στο δικαστήριο με τις προτάσεις επί ποινή απαραδέκτου της συζητήσεως της υποθέσεως.

Επομένως, εάν κατατεθούν προτάσεις και δεν κατατεθεί και το πρακτικό της υποχρεωτικής συνεδρίας η συζήτηση θα κηρυχθεί απαράδεκτη. Η συνέπεια αυτή από τη φύση της προϋποθέτει δυνατότητα θεραπείας του απαραδέκτου στο πλαίσιο της ίδιας δίκης. Επομένως, θα πρέπει μετά την έκδοση της αποφάσεως του δικαστηρίου που κηρύσσει  απαράδεκτη τη συζήτηση της υποθέσεως λόγω παραλείψεως της διαδικασίας διαμεσολάβησης να κινηθεί τότε το πρώτον η διαδικασία της διαμεσολαβήσεως.

Παράλληλα, πρέπει να συνεκτιμηθεί η διάταξη του άρθρ. 3 παρ. 2 του ν. 4640/2019 όπως ισχύει. Προβλέπει ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος οφείλει να ενημερώσει τον εντολέα του εγγράφως για τη δυνατότητα της διαμεσολαβήσεως πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο. Το σχετικό ενημερωτικό έγγραφο κατατίθεται με την αγωγή ή με τις προτάσεις της συζητήσεως επί ποινή απαραδέκτου της συζητήσεως της αγωγής (άρθρ. 65 ν. 4647/2019). Αν αυτό δεν λάβει χώρα, τότε ως έχει η ρύθμιση του νόμου δημιουργείται ένα ερμηνευτικό αδιέξοδο το οποίο θα πρέπει να αρθεί από το κρίνον δικαστήριο. Υφίσταται επί κανονιστικού πεδίου αντίφαση ανάμεσα στην επιταγή του νόμου για έγγραφη ενημέρωση του εντολέα πριν από τη προσφυγή στη δικαιοσύνη και στη συνέπεια του απαραδέκτου της συζητήσεως που προβλέπεται αν δεν υπάρξει η έγγραφη ενημέρωση. Για το θέμα υπάρχουν ήδη τοποθετήσεις της θεωρίας και σχετικές δικαστικές αποφάσεις (βλ. ΕΠολΔ 2020 σελ. 536 επόμ.)».

ΑΡΙΘΜΟΣ 75/2021

Εκ μέρους της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων: Γ. Ορφανίδης, Μέλος της ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ του ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ

ΑΠΑΙΤΕΙΤΑΙ Η ΔΙΕΝΕΡΓΕΙΑ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗΣ ΑΡΧΙΚΗΣ ΣΥΝΕΔΡΙΑΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ, ΣΕ ΑΓΩΓΗ ΜΕ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΖΗΤΕΙΤΑΙ: Α) Η ΑΚΥΡΟΤΗΤΑ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΚΑΙ Β) ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΠΟΥ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΘΕΙ Η ΕΝ ΛΟΓΩ ΑΚΥΡΟΤΗΤΑ, Η ΚΑΤΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΣΦΑΛΙΣΜΑΤΟΣ (ΛΟΓΩ ΕΠΕΛΕΥΣΗΣ ΤΟΥ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΥ ΚΙΝΔΥΝΟΥ) ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΠΡΟΣ ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΟΥ ΧΟΡΗΓΗΣΕ ΣΤΟΝ ΑΣΦΑΛΙΣΜΕΝΟ ΔΑΝΕΙΟ;

Απάντηση

Επί των ως άνω ερωτημάτων, προσήκουν, κατά την γνώμη μας, οι εξής απαντήσεις:

«Στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης υπάγονται μεταξύ άλλων οι διαφορές που εκδικάζονται κατά την τακτική διαδικασία και υπάγονται στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου αν η αξία του αντικειμένου της διαφοράς υπερβαίνει τις 30.000€ και του Πολυμελούς σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΠολΔ (άρθρ. 6, παρ. 1β ν.4640/2019). Είναι αδιάφορο αν πρόκειται για καταψηφιστική αγωγή ή για αρνητική αναγνωριστική αγωγή, όπως είναι η αγωγή για την αναγνώριση της ακυρότητας καταγγελίας συμβάσεως. Για την ανεύρεση της αξίας του αντικειμένου της δίκης, για τη διαπίστωση δηλαδή αν η αξία της διαφοράς υπερβαίνει τις 30.000€, θα εφαρμοστούν οι γενικές διατάξεις του ΚΠολΔ (άρθρ. 7 επόμ.). Και για τις αναγνωριστικές αγωγές, θετικές ή αρνητικές, υφίστανται κριτήρια για τον προσδιορισμό της αξίας του αντικειμένου της διαφοράς. Σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις του ΚΠολΔ θα κριθεί επίσης το θέμα αν για την ανεύρεση της αξίας του αντικειμένου της διαφορά θα συνεκτιμηθεί και το αίτημα για την καταβολή του ασφαλίσματος.»  

ΑΡΙΘΜΟΣ 76/2021

Εκ μέρους της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων: Γ. Ορφανίδης, Μέλος της ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ του ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ

ΣΕ ΑΓΩΓΗ ΝΕΑΣ ΤΑΚΤΙΚΗΣ, ΜΕ ΕΜΠΡΟΘΕΣΜΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΚΑΤΑΤΕΘΗΚΕ ΩΣ ΣΧΕΤΙΚΟ, ΠΡΑΚΤΙΚΟ ΕΠΙΤΥΧΟΥΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ. ΩΣΤΟΣΟ ΤΟ ΠΡΑΚΤΙΚΟ ΑΥΤΟ ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΚΑΤΑΤΕΘΕΙ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΩΣ ΣΤΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ, ΜΕ ΤΟ ΣΧΕΤΙΚΟ ΠΑΡΑΒΟΛΟ ΤΩΝ 50 ΕΥΡΩ. ΣΥΝΕΠΩΣ, ΕΡΩΤΑΤΑΙ ΑΝ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΤΑΘΕΣΗ ΑΥΤΉ, Η ΔΙΚΗ ΔΕΝ ΚΑΤΑΡΓΕΙΤΑΙ ΚΑΙ ΕΚΔΙΔΕΤΑΙ ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ Ή ΑΝ Η ΚΑΤΑΘΕΣΗ ΑΥΤΗ ΜΕ ΤΙΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΑΝΑΠΛΗΡΩΣΕΙ ΤΗΝ ΚΑΤΑΘΕΣΗ ΣΤΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ (ΜΕ ΚΛΗΣΗ ΓΙΑ ΚΑΤΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΒΟΛΟΥ ΚΑΤ' ΑΡΘΡΟ 227 ΚΠΟΛΔ) ΩΣΤΕ ΝΑ ΕΠΕΛΘΕΙ ΕΤΣΙ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΗΣ ΔΙΚΗΣ.

Απάντηση

Φρονώ ότι προσήκει καταφατική απάντηση. Κατά την διάταξη του άρθρ. 7 παρ. 4 ν. 4640/2019 μετά το πέρας της Υποχρεωτικής Αρχικής Συνεδρίας συντάσσεται πρακτικό που κατατίθεται στο δικαστήριο επί ποινή απαραδέκτου της συζήτησης μαζί με τις προτάσεις. Η ρύθμιση φαίνεται να αφορά την περίπτωση της μη επιτυχούς προσπάθειας, όμως και για την ταυτότητα του νομικού λόγου ισχύει και για την επιτυχή διαμεσολάβηση. Η ρύθμιση του άρθρ. 8 παρ. 2 δεν αφορά μόνο την περίπτωση κατά την οποίαν η επιτυχής διαμεσολάβηση γίνεται κατά την διάρκεια της εκκρεμούς δίκης και πριν από τη συζήτηση της υποθέσεως. Σημειώνεται ότι στην έγγραφη διαδικασία του ΚΠολΔ ως συζήτηση της υποθέσεως νοείται η παρέλευση της προθεσμίας για την κατάθεση των προτάσεων (άρθρ. 527 αριθ. 2 ΚΠολΔ). Το παράβολο των πενήντα (50) ευρώ μπορεί να προσκομισθεί και εκ των υστέρων με πρωτοβουλία των μερών ή μετά από παρότρυνση του δικαστηρίου. Η κατάθεση του πρακτικού διαμεσολάβησης με τις προτάσεις πληροί το πραγματικό της καταθέσεως στη γραμματεία του καθ΄ ύλην και κατά τόπου αρμοδίου δικαστηρίου, όπως ορίζει ο νόμος.    

Σε κάθε περίπτωση υπάρχει και η δυνατότητα του άρθρ. 214Α του ΚΠολΔ, ενώ ενίοτε η νομολογία δέχεται μετά την κατάρτιση εξώδικού συμβιβασμού τη διεκπεραίωση της εκκρεμούς δίκης χωρίς έκδοση αποφάσεως.

ΑΡΙΘΜΟΣ 77/2021

Εκ μέρους της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων: Γ. Ορφανίδης, Μέλος της ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ του ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ

Ασκήθηκε στο Μον. Πρωτ. (Εμπράγματο Νέα Τακτική) αγωγή αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου με βάση την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία. O εναγόμενος αμφισβήτησε την κυριότητα του ενάγοντα και κατέληξαν στα Δικαστήρια. Η αγωγή καταχωρήθηκε σαν διεκδίκηση στο Κτηματολόγιο. Με το ΠΡΑΚΤΙΚΟ ΔΙΑΜΣΗΣ επιλύθηκε επιτυχώς η διαφορά και ο εναγόμενος αναγνώρισε σαν κύριο του ακινήτου τον ενάγοντα. Με το πρακτικό καταργήθηκε η δίκη και τα μέρη έδωσαν προς άλληλα την εντολή να καταχωρήσουν το ΠΡΑΚΤΙΚΟ ΣΤΟ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ. ΜΕΤΑΓΡΑΦΕΤΑΙ (ΚΑΤΑΧΩΡΕΙΤΑΙ) ΤΟ ΠΡΑΚΤΙΚΟ ΣΤΟ ΥΠΟΘΗΚΟΦΥΛΑΚΕΙΟ - ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ; Σημειωτέον ότι στη περίπτωση αυτή δεν μπορεί να συνταχθεί συμβολαιογραφικό έγγραφο.

Απάντηση

Επί του ως άνω ερωτήματος, προσήκει, κατά την γνώμη μου, η εξής απάντηση:

Mε βάση τη διάταξη του άρθρ. 8 παρ. 4 ν. 4640/2019 το πρακτικό διαμεσολάβησης δεν αναπληρώνει τον προβλεπόμενο από το ουσιαστικό δίκαιο συμβολαιογραφικό τύπο. Ως εκ τούτου, οι σχετικές διατάξεις της συμφωνίας που αφορούν σε ακίνητο θα πρέπει να περιβληθούν το συμβολαιογραφικό τύπο. Στο συμβολαιογραφικό τύπο υπάγεται και το πρακτικό με το οποίο αναγνωρίζεται η κυριότητα επί του ακινήτου.

ΑΡΙΘΜΟΣ 78/2022

Εκ μέρους της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων: Γ. Ορφανίδης, Μέλος της ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ του ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ

Ο νόμος αναφέρει τα σχετικά με τις προθεσμίες και την παράταση τους, στο άρθρο 7, εάν αντιλαμβάνομαι ορθά:

για την Υ.Α.Σ.: 20 (ή 30 ανάλογα) ημέρες από την επομένη της αποστολής του αιτήματος του επισπεύδοντος μέρους προς τον Διαμεσολαβητή 

εφόσον συμφωνήσουν τα μέρη να συνεχίσουν τη διαδικασία διαμεσολάβησης μετά την Υ.Α.Σ.: + 40 ημέρες από την επομένη του προαναφερόμενου 20ημέρου + παράταση άλλων 40 ημερών, με κοινή συμφωνία των μερών.

Τί γίνεται στην περίπτωση που τα μέρη επιθυμούν περαιτέρω παράταση; Αναφέρομαι στην περίπτωση που επιθυμούν να συμφωνήσουν για τη διαφορά τους/ τακτικής διαδικασίας, αλλά υπάρχουν τεχνικά ζητήματα για τα οποία ο προβλεπόμενος χρόνος δεν επαρκεί. Υπάρχει άλλη δυνατότητά τους για περαιτέρω παράταση;

Απάντηση

Επί του ως άνω ερωτήματος, προσήκει, κατά την γνώμη μου, η εξής απάντηση:

Οι προθεσμίες του άρθρ. 7 παρ. 7 του ν. 4640/2019 αναφέρονται στη διαδικασία Υποχρεωτικής Αρχικής Συνεδρίας Διαμεσολάβησης. Η διαδικασία διαμεσολάβησης μπορεί να συνεχιστεί με συμφωνία των μερών και εκτός πλαισίου αυτής. Επομένως, είναι δυνατή παράταση αυτής ή και κατάρτιση συμφωνίας διαμεσολάβησης αυτοτελώς. Με την πρώτη λύση αξιοποιούνται καλλίτερα τα μέχρι τότε αποτελέσματα της διαδικασίας.

Η επιρροή της συνεχίσεως της διαδικασίας διαμεσολάβησης στην εκκρεμή δίκη είναι ένα διαφορετικό και ανεξάρτητο θέμα. Αν επιτευχθεί συμφωνία, επέρχεται με την τήρηση των διατυπώσεως του νόμου κατάργηση της δίκης.

ΑΡΙΘΜΟΣ 79/2022

Εκ μέρους της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων: Γ. Ορφανίδης, Μέλος της ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ του ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ

Ορίστηκα για ΥΑΣ με επισπεύδον μέρος την Εθνική για υπόθεση αγνώστου διαμονής, την οποία προφανώς έχει αναλάβει μεγάλη δικηγορική εταιρία.
Έχουν γίνει η επίδοση και οι δημοσιεύσεις κανονικά, από δικό τους επιμελητή (παρόλο που τους έθεσα ότι η ευθύνη ως προς αυτά είναι δική
μου και εγώ θα έπρεπε να επιλέγω τον συνεργάτη επιμελητή μου), και έχουμε επίσης συμφωνήσει ως προς την αμοιβή μου.

Σήμερα, και ενώ επίκειται η ΥΑΣ σε 4 ώρες και δεν μου έχει προκαταβληθεί η αμοιβή μου, μου θέτουν όρους και προϋποθέσεις (υπογραφή εξουσιοδότησης προς την τράπεζα, παρακράτηση εξόδων για την μεταφορά στον λογαριασμό ου σε άλλη τράπεζα, και αποστολή τιμολογίου πριν από την πίστωση), προκειμένου να προβούν στην καταβολή της αμοιβής μου. Το μέιλ ήρθε από τη δικηγορική εταιρία, αλλά μου είπαν ότι αυτοί είναι οι όροι και το μέιλ που έχει διαμορφώσει η τράπεζα (και το οποίο αποδέχονται οι συνάδελφοι από τη δικηγορική εταιρία να στέλνουν, βεβαίως).

Απάντησα καταλλήλως ότι όπως κάθε επισπεύδον μέρος οφείλει να προκαταβάλει ολόκληρο το ποσό χωρίς παρακράτηση των εξόδων, έτσι και οι τράπεζες, καθότι δεν ισχύουν ειδικές διατάξεις για εκείνες. Επίσης, ότι δεν είμαι μόνιμη συνεργάτης τους και άρα δεν υποχρεούμαι σε υπογραφή καμίας εξουσιοδότησης με την οποία μπορεί η τράπεζα να χρεώσει τον λογαριασμό μου. Σε περίπτωση λογιστικού λάθους, θα είμαι υπόχρεη εκ του νόμου να κάνω εγώ μεταφορά.

Γνωρίζοντας τις πρακτικές των τραπεζών, καθώς και τη δυνατότητα να ζητήσουν την εξαίρεσή μου τελευταία στιγμή, αφού ο διορισμός μέσω ΚΕΔ θα παρατείνει την προθεσμία τους για κλείσιμο φακέλου, αιτούμαι από την ΚΕΔ 1) να προστατεύσει όχι τις τράπεζες και τις πρακτικές τους, αλλά τους συναδέλφους, και δη εν προκειμένω εμένα, και να μην προβαίνει σε αλλαγές όταν αυτές αφορούν όχι το ύψος της αιτούμενης αμοιβής, αλλά τον τρόπο καταβολής αυτής, και 2) να εκδώσει κατευθυντήριες γραμμές που να θέτουν κάποιον εν πάση περιπτώσει περιορισμό στην τάση των τραπεζών για μονομερή θέση όρων συνεργασίας με τους διαμεσολαβητές. 3) να διευκρινίσει, ζητώντας και την προσοχή των Δικαστών σε αυτό, ότι όπως δεν αρκεί να παρίσταται ο δικηγόρος ενός ιδιώτη ή μιας εταιρίας για να θεωρηθεί παρόν το φυσικό / νομικό πρόσωπο στην ΥΑΣ, ομοίως δεν υπάρχει εξαίρεση των τραπεζών σε αυτό. Άρα εάν δεν παρίστανται νομίμως, τίθεται ζήτημα χρηματικής ποινής από το δικαστήριο.

Απάντηση

Επί των ως άνω ερωτημάτων, προσήκουν, κατά την γνώμη μας, οι εξής απαντήσεις:

« 1. Σε περίπτωση που ένα από τα διάδικα μέρη είναι αγνώστου διαμονής κατά την άποψη της Νομικής Επιτροπής της ΚΕΔ δεν επιβάλλεται η τήρηση της διαδικασίας για την Υποχρεωτική Αρχική Συνεδρία. Για τη διαπίστωση του αγνώστου της διαμονής απαιτείται η συνδρομή των προϋποθέσεων που θέτει η διάταξη του άρθρ. 135 ΚΠολΔ.

2. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 18 του ν. 4640/2019 η αμοιβή του διαμεσολαβητή αν δεν υφίσταται συμφωνία των διαδίκων ορίζεται με βάση τα διαλαμβανόμενα σ΄ αυτήν. Ο τρόπος καταβολής πρέπει να ανταποκρίνεται στα συναλλακτικώς κρατούντα ενώ η διάταξη δεν προβλέπει παρακρατήσεις οποιουδήποτε είδους.

3. Από τη φύση της η διαμεσολάβηση ως διαδικασία για τη συναινετική επίλυση της διαφοράς προϋποθέτει κατά κανόνα τη φυσική παρουσία των προσώπων που έχουν ήδη ή θα αποκτήσουν του ιδιότητα του διαδίκου μέρους. Αυτό συνεπάγεται παρουσία του ιδίου του διαδίκου σε σχέση με φυσικά πρόσωπα ή του νομίμου προσώπου σε σχέση με νομικά πρόσωπα. Η δυνατότητα εκπροσωπήσεως από το νομικό παραστάτη (άρθρ. 7 παρ. 5 εδ. 3) αντιμετωπίζεται από το νομοθέτη μόνον ως εξαίρεση. Είναι επομένως δυσχερώς νοητή επί νομικών προσώπων».

ΑΡΙΘΜΟΣ 80/2022

Εκ μέρους της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων: Καθηγητής Γ. Ορφανίδης ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ: Βασιλική Αθανάσογλου, αναπλ. Μέλος της ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ του ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ, Διαπιστευμένη Διαμεσολαβήτρια, Δικηγόρος Αθηνών και Δικηγόρος Ντίσελντορφ (Rechtsanwältin)

Μητέρα ασκεί αγωγή διατροφής κατά του τέως συζύγου της, ως ασκούσα την επιμέλεια α) ενηλίκου τέκνου της που βρίσκεται σε δικαστική συμπαράσταση και ως δικαστική συμπαραστάτρια αυτού και β) ανηλίκου τέκνου της. Μετά την κατάθεση της αγωγής, το ανήλικο τέκνο ενηλικιώθηκε και η νομική παραστάτις της μητέρας ενημέρωσε ότι ενδέχεται το τέκνο να μην προβεί στη συζήτηση της αγωγής στο πρόσωπό του και κατά του πατέρα του. Παρ' όλ' αυτά η νομική παραστάτις επιθυμεί να κοινοποιηθεί η γνωστοποίηση για διεξαγωγή της ΥΑΣΔ στο ενήλικο πια τέκνο για την περίπτωση που τελικά αυτό προβεί στη συζήτηση της αγωγής, ώστε αυτή να μην κριθεί απαράδεκτη. Ερωτάται εάν ο διαμεσολαβητής μπορεί και πρέπει να γνωστοποιήσει τη διεξαγωγή ΥΑΣΔ στο ενήλικο πια τέκνο, χωρίς μάλιστα αυτό να αναφέρεται στο φύλλο βασικών στοιχείων της διαφοράς ως επισπεύδον μέρος, ούτε στην περίληψη της διαφοράς. Επιπλέον, αν το ενήλικο πια τέκνο υποβάλει στο πρόσωπό του αίτημα προς διεξαγωγή ΥΑΣΔ, διαφορετικό από αυτό που έχει υποβάλει η μητέρα, συμπληρώνοντας και για τον εαυτό του το φύλλο βασικών στοιχείων της διαφοράς, καθίσταται μέρος της διαφοράς; Σε κάθε περίπτωση, πώς πρέπει να κινηθεί ο διαμεσολαβητής;

Απάντηση

Επί των ως άνω ερωτημάτων, προσήκει, κατά την γνώμη μας, η εξής απάντηση:

Όπως έχει αναφερθεί και στη με αρ. 29/2021 Γνώμη της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων της ΚΕΔ, η ΥΑΣΔ αποτελεί διαδικαστική πράξη και ο προσδιορισμός των μερών που μετέχουν σ’ αυτή γίνεται βάσει του ίδιου τυπικού κριτηρίου που προσδιορίζεται και η έννοια του διαδίκου.

Από τις διατάξεις των άρθ. 63 και 64§1 ΚΠολΔ και 127 ΑΚ προκύπτει ότι ο ανήλικος δεν έχει δικαίωμα να παρίσταται με το δικό του όνομα στο δικαστήριο, αλλά εκπροσωπείται σ’ αυτό από τους δύο γονείς του, οι οποίοι από κοινού ασκούν τη γονική μέριμνά του (άρθρ. 1510 ΑΚ), ή σε περίπτωση διαζυγίου από τον γονέα που έχει αναλάβει τη γονική του μέριμνα. Κατά πάγια νομολογία, σε δίκη με διάδικο ανήλικο τέκνο που δεν έχει περατωθεί, μετά την ενηλικίωσή του, οπότε αυτό καθίσταται ικανό για κάθε δικαιοπραξία, επομένως και για να υπερασπίζεται τα δίκαιά του, παύει αυτοδικαίως η αντιπροσωπευτική εξουσία του νόμιμου αντιπροσώπου του και στο εξής, χωρίς να μεσολαβήσει διακοπή της δίκης κατά τα άρθρα 286 επ. ΚΠολΔ, συνεχίζεται πλέον η διαδικασία με τη συμμετοχή στη δίκη του τέκνου που ενηλικιώθηκε (ενδεικτικά ΑΠ 209/2020, ΑΠ 808/2017, ΑΠ 142/2013, ΕφΑθ 7081/2009, ΕιρΚρωπ 64/2020). Τυχόν διαδικαστικές πράξεις, επιχειρούμενες στο όνομα των γονέων ως αντιπροσώπων του τέκνου, μετά την ενηλικίωσή του, είναι απαράδεκτες, εκτός αν εγκριθούν εκ των υστέρων, ρητώς ή σιωπηρώς, από το (ήδη) ενήλικο τέκνο, ως δικαιούχο διάδικο (άρθρο 67 παρ. 1 του ΚΠολΔ) (ΑΠ 209/2020, ΑΠ 808/2017).

Από τη στιγμή που το ανήλικο, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, τέκνο έχει ενηλικιωθεί πριν τη διεξαγωγή της ΥΑΣΔ και τη συζήτηση του ενδίκου βοηθήματος, η γνωστοποίηση της διεξαγωγής της ΥΑΣΔ θα πρέπει να αποσταλεί σ’ αυτό, διαφορετικά ελλοχεύει ο κίνδυνος της μη εκ των υστέρων έγκρισής του, και ακολούθως το απαράδεκτο αυτής.

Ως προς τα ζητήματα του «φύλλου βασικών στοιχείων» της διαφοράς, είναι αλήθεια ότι το περιεχόμενο του προδιατυπωμένου αυτού εντύπου δεν ταυτίζεται με την απαίτηση του νόμου για αναφορά των στοιχείων της ΚΠολΔ 118 περ. 3. Εφόσον έχει επισυναφθεί στο φύλλο βασικών στοιχείων (και στο αίτημα προσφυγής στην ΥΑΣΔ) το δικόγραφο της αγωγής, αποτελώντας έτσι αναπόσπαστο μέρος του, τα στοιχεία αναπληρώνονται απ’ το τελευταίο. Σε περίπτωση, όμως, που δεν έχει επισυναφθεί, προκρίνεται η αποστολή αιτήματος προσφυγής στην ΥΑΣΔ και από το ενήλικο, πια, τέκνο, με διεξαγωγή κοινής ΥΑΣΔ και σύνταξη κοινού πρακτικού.