«Σε αγωγή α) αναγνωριστική και β) της §2, άρθρου 6 ν. 2664/1998 όπως αυτό τροποποιήθηκε και ισχύει με το άρθρο 8 ν.4821/2021, ενώπιον Μονομελούς Πρωτοδικείου, ο διορισμένος από την ΚΕΔ κτηματολογικός διαμεσολαβητής διεξήγαγε την ΥΑΣΔ.
Δεδομένου ότι τα μέρη τελούν μεταξύ τους σε σχέση απλής ομοδικίας (άρθρ. 74-75 ΚΠολΔ), οι τρεις από τους πέντε εναγομένους και το επισπεύδον μέρος αποφάσισαν κατά την ΥΑΣΔ να επιλύσουν τη διαφορά τους με κτηματολογική Διαμεσολάβηση.
Από τη διερεύνηση της υπόθεσης όμως προκύπτει ότι προκειμένου τα ανωτέρω τέσσερα μέρη να μπορέσουν να επιλύσουν τη διαφορά τους με κτηματολογική διαμεσολάβηση, πρέπει πρωτίστως να πραγματοποιηθεί διόρθωση της αρχικής πρώτης εγγραφής στο οικείο Κτηματολογικό γραφείο, η οποία θα εμπεριέχει και γεωμετρικές μεταβολές, σε ακίνητο του ενός εκ των εναγομένων με όμορο ακίνητο και ιδιοκτήτη, ο οποίος δεν συμπεριλαμβάνεται στην ανωτέρω κατατεθείσα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, αγωγή.
Για την διαφορά λοιπόν, η οποία αφορά το ακίνητο του ενός εκ των εναγομένων στη παρούσα αγωγή με το όμορο ακίνητο ιδιοκτήτη που δεν συμπεριλαμβάνεται στην αγωγή, η διόρθωση της οποίας όμως αποτελεί και προϋπόθεση ούτως ώστε οι σημερινοί διάδικοι να μπορέσουν να επιλύσουν τη διαφορά τους μέσω Κτηματολογικής διαμεσολάβησης, είχε στο παρελθόν και προ ισχύος του ν.4821/2021 ασκηθεί αγωγή, όπου διάδικοι ήσαν ο εναγόμενος στη παρούσα αγωγή με τον ιδιοκτήτη του όμορου ακινήτου.
Διαβάζοντας την απόφαση 214/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης (συνημμένο αρχείο), η υπαγωγή διαφοράς σε Κτηματολογική διαμεσολάβηση δεν προϋποθέτει άσκηση αγωγής.
Με δεδομένα τα ανωτέρω, θα σας παρακαλούσα θερμά, όπως μου απαντήσετε στα παρακάτω ερωτήματα:
Α) Είναι εφικτό, να υπαγάγουν τη διαφορά τους σε κτηματολογική διαμεσολάβηση μόνο οι τρεις από τους πέντε εναγομένους και το επισπεύδον μέρος, εφόσον τα μέρη τελούν μεταξύ τους σε σχέση απλής ομοδικίας (άρθρ. 74-75 ΚΠολΔ);
Β) Δεδομένου ότι ο χρόνος προσεπίκλησης στην παρούσα αγωγή για τον, κατά τα ανωτέρω, ιδιοκτήτη του όμορου ακινήτου έχει παρέλθει, δύναται αυτός να συμπεριλήφθη στο ιδιωτικό συμφωνητικό υπαγωγής στην Κτηματολογική Διαμεσολάβηση και στο πρακτικό επίλυσης για την παρούσα κτηματολογική διαφορά;
Γ) Για την επίλυση μιας κτηματολογικής διαφοράς με εκούσια Κτηματολογική διαμεσολάβηση θα πρέπει να προϋφίσταται άσκηση αγωγής;
Δ) Δύναται κατά τα ανωτέρω στη παρούσα περίπτωση να γίνει χρήση της §1 άρθρου 3 ν.4640/3019 και τα μέρη να υπαγάγουν τη διαφορά τους σε κτηματολογική Διαμεσολάβηση και με τον ιδιοκτήτη του όμορου ακινήτου, το όνομα του οποίου δεν συμπεριλαμβάνεται στη παρούσα αγωγή κατά του οποίου όμως είχε ασκηθεί αγωγή (προ ισχύος του ν. 4821/2021) από τον έναν εκ των εναγομένων στη παρούσα αγωγή και δεδομένης της πρωταρχικής σημασίας που έχει η συμβολή του ως προς την επίλυση της διαφοράς που αφορά την παρούσα αγωγή;».
Επί των ως άνω ερωτημάτων προσήκει κατά την εδώ υποστηριζόμενη άποψη η εξής απάντηση:
α) Είναι δυνατή η υπαγωγή υποθέσεως σε Υποχρεωτική Αρχική Συνεδρία Διαμεσολάβησης (ΥΑΣΔ) με ορισμένους μόνο των εναγομένων αν αυτοί συνδέονται μεταξύ τους με σχέση απλής ομοδικίας. Είναι αδιάφορο αν πρόκειται για το ίδιο ή διαφορετικό βιοτικό συμβάν.
β) Προσεπίκληση προβλέπεται στο νόμο για συγκεκριμένες περιπτώσεις, ενώ στην όλη διαδικασία της διαμεσολάβησης δεν μπορούν να ενταχθούν τρίτοι που δεν είναι διάδικοι.
γ) Ως έχει η διάταξη του άρθρ. 6 παρ. 2 περ. δ ν. 2664/1998, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση με το ν. 4821/2021, η διαμεσολάβηση προϋποθέτει άσκηση αγωγής. Υπάρχει επομένως μια διαφοροποίηση σε σχέση με τη γενική ρύθμιση του ν.4640/2019 κατά την οποία η δρομολόγηση της διαδικασίας μπορεί να προηγείται της ασκήσεως της αγωγής.
δ) Κατά την εδώ υποστηριζόμενη άποψη για εκκρεμείς την 01.04.2022 αγωγές με αντικείμενο τη διόρθωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής μπορεί να λάβει χώρα εκούσια διαμεσολάβηση, η ευδοκίμηση της οποίας επιφέρει τις συνέπειες που αναγράφονται στο νόμο (περ. δ). Αυτό επιβάλλεται για την ταυτότητα του νομικού λόγου. Ο ν. 4821/2021 αναφέρεται σε ΥΑΣ, αυτό όμως δεν αποκλείει την υπαγωγή της υπόθεσης σε διαμεσολάβηση και με συμφωνία των μερών μετά την άσκηση της αγωγής.