Επί του υποβληθέντων ερωτημάτων έχομε την γνώμη ότι προσήκει η κατωτέρω αναφερομένη απάντηση:
Ι) Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθ. 5 §§ 5-6 και 16 του Ν. 4640/2019 προκύπτει ότι η διαδικασία της διαμεσολάβησης έχει εμπιστευτικό χαρακτήρα, πρέπει να διεξάγεται κατά τρόπο που δεν παραβιάζει το απόρρητο αυτής, στο πλαίσιο αυτής ο διαμεσολαβητής υποχρεούται να τηρεί απόρρητες τις πληροφορίες που έχουν προκύψει από τη διαμεσολάβηση ή σε σχέση με αυτή, και ότι, στην περίπτωση που η διαφορά αχθεί ενώπιον του δικαστηρίου, ο διαμεσολαβητής δεν εξετάζεται ως μάρτυρας ενώ εμποδίζεται να προσκομίζει στοιχεία που προκύπτουν από την διαδικασία της διαμεσολάβησης ή έχουν σχέση με αυτή. Εξαίρεση στην παραπάνω υποχρέωση εχεμύθειας και τήρησης του απορρήτου μπορεί να προκύψει είτε με κοινή συμφωνία των μερών, είτε για λόγους δημόσιας τάξης είτε εφόσον υπαγορεύει διαφορετικά διάταξη νόμου.
Παράλληλα, ο διαμεσολαβητής υποχρεούται σε τήρηση εχεμύθειας και βάσει του άρθρου 4 του Κώδικα Δεοντολογίας Διαπιστευμένων Διαμεσολαβητών (αρ. 109088 οικ./12.12.2011 Απόφαση Υπουργού Δικαιοσύνης Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων), σύμφωνα με το οποίο ο διαμεσολαβητής τηρεί απόρρητες όλες τις πληροφορίες, οι οποίες έχουν προκύψει εκ της διαμεσολάβησης ή σε σχέση με αυτήν, συμπεριλαμβανομένου του γεγονότος ότι πρόκειται να διεξαχθεί ή έχει διεξαχθεί διαμεσολάβηση, εκτός αν είναι υποχρεωμένος να πράξει άλλως εξαιτίας διάταξης νόμου ή για λόγους δημόσιας τάξης, ενώ κάθε πληροφορία η οποία κοινολογείται εμπιστευτικά στον διαμεσολαβητή από ένα μέρος δεν επιτρέπεται να κοινολογείται στα άλλα μέρη, εκτός αν παρέχεται σχετική συγκατάθεση ή η κοινολόγηση της εκάστοτε πληροφορίας είναι υποχρεωτική βάσει του νόμου.
Το απόρρητο που δεσμεύει τα μέρη που συμμετέχουν σε μια διαμεσολάβηση (διαμεσολαβητής, ενδιαφερόμενα μέρη, τυχόν τρίτοι που συμμετέχουν) ομοιάζει στο αντικείμενο του με το επαγγελματικό απόρρητο, ενώ καλύπτεται από τον προστατευτικό του μανδύα κάθε πληροφορία εφόσον δεν είναι ευρύτερα γνωστή και το ενδιαφερόμενο μέρος είτε έχει συμφέρον στη μη δημοσιοποίησή της είτε έχει εκφράσει την επιθυμία του να παραμένει η πληροφορία αυτή εμπιστευτική. Πρέπει να σημειωθεί ότι δεν επηρεάζει το εύρος της προστασίας το γεγονός χαρακτηρισμού μιας πληροφορίας ως εμπιστευτικής ή μη από το ενδιαφερόμενο μέρος. Το καθοριστικό κριτήριο ώστε να εξακριβωθεί αν μια πληροφορία εμπίπτει στην προστατευτική διάταξη περί απορρήτου και εχεμύθειας αποτελεί το ερώτημα αν τα μέρη θα είχαν πρόσβαση στην πληροφορία αυτή σε περίπτωση που δεν λάμβανε χώρα η διαδικασία της διαμεσολάβησης.
Εξάλλου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθ. 5 §4 Ν. 4640/2019 πληροφορίες που αντλεί ο διαμεσολαβητής κατά τις επαφές του με το ένα μέρος δεν γνωστοποιούνται στο άλλο μέρος χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του μέρους που τις έδωσε, ενώ η §3 in fine του άρθ. 7 προβλέπει ότι η Υποχρεωτική Αρχική Συνεδρία διαμεσολάβησης (ΥΑΣΔ) έχει εμπιστευτικό χαρακτήρα, δεν τηρούνται πρακτικά και εφαρμόζονται αναλόγως οι παράγραφοι 4, 6 και 7 του άρθρου 5 του Ν. 4640/2019.
Από τα παραπάνω, προκύπτει ότι, στο βαθμό που τα έγγραφα νομιμοποίησης των μερών και των δικηγόρων τους αποτελούν πληροφορίες που ανταλλάχθηκαν αποκλειστικά μεταξύ του εκάστοτε ενδιαφερόμενου μέρους και του διαμεσολαβητή κατ’ άρθ. 5 §4 – και περιλαμβάνουν πληροφορίες οι οποίες αφενός δεν είναι ευρέως διαθέσιμες και αφετέρου το ενδιαφερόμενο μέρος είτε έχει συμφέρον στην μη δημοσίευσή τους είτε έχει ρητά εκφράσει την επιθυμία περί μη γνωστοποίησή τους (όπως εν προκειμένω) – εμπίπτουν στην πεδίο προστασίας του απορρήτου κατ’ άρθ. 5 §5-6 και 16 Ν. 4640/2019, ακόμα και αν οι πληροφορίες αυτές ανταλλάχθηκαν μεταξύ του ενδιαφερόμενου μέρους και του διαμεσολαβητή κατά την διαδικασία της ΥΑΣΔ (άρθ. 7 §3).
ΙΙ) Περαιτέρω, από την υποχρέωση προσαγωγής εγγράφων δυνάμει της ΚΠολΔ 232 §1γ ρητά εξαιρείται ο τρίτος αν συντρέχουν λόγοι για τους οποίους δεν υπάρχει υποχρέωση μαρτυρίας ή υπάρχει δικαίωμα αρνήσεως μαρτυρίας ή η προσαγωγή θα συνιστούσε ιδιαίτερη επιβάρυνση για τον τρίτο. Με δεδομένο ότι ο νόμος δεν παραπέμπει ρητά στις ΚΠολΔ 400, 401 και 402, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η διατύπωση της εξαίρεσης καταλαμβάνει όλες τις περιπτώσεις που ενδεχομένως προβλέπονται από σχετική νομική διάταξη.
Κατ’ αρχάς, ο διαμεσολαβητής ρητά εξαιρείται από την υποχρέωση μαρτυρίας, σύμφωνα με το άρθ. 5 §6 Ν. 4640/2019. Η διάταξη αυτή, αν και αυτοτελής, οδηγεί σε διεύρυνση του υποκειμενικού πεδίου εφαρμογής της ΚΠολΔ 400 §1. Από το σύνολο των διατάξεων που αναφέρθηκαν παραπάνω, προκύπτει ότι ο διαμεσολαβητής έχει καθήκον εχεμύθειας εκ του νόμου, και ως εκ τούτου ρητά εξαιρείται από την εξέτασή του ως μάρτυρα για τα πραγματικά γεγονότα και τις πληροφορίες που διαπίστωσε κατά την άσκηση του επαγγέλματός του και για τα οποία έχει υποχρέωση εχεμύθειας. Ακολούθως, εμπίπτει στην πρώτη περίπτωση εξαίρεσης από την υποχρέωση προσαγωγής εγγράφων.
Εξάλλου, αν ήθελε υποτεθεί ότι η αναφορά των προσώπων του άρθ. 400 ΚΠολΔ είναι περιοριστική, χωρίς να δύναται να διευρυνθεί τελολογικώς και συστημικώς το υποκειμενικό βεληνεκές της διάταξης, ο διαμεσολαβητής δεν έχει ούτε υποχρέωση μαρτυρίας κατ’ άρθ. 402 §2 ΚΠολΔ. Δεδομένου ότι ο νόμος χαρακτηρίζει ως «επάγγελμα» αυτό του διαμεσολαβητή (άρθ. 19 Ν. 4640/2019), όλες οι πληροφορίες των οποίων λαμβάνει γνώση κατά την άσκηση του επαγγέλματός του προστατεύονται από την υποχρέωση εχεμύθειας και απορρήτου, και, ως εκ τούτου, δεν έχει υποχρέωση προς μαρτυρία αυτών ως καλυπτόμενες από το επαγγελματικό του απόρρητο.
Σε κάθε περίπτωση, και με δεδομένο ότι οι πληροφορίες καλύπτονται από το προστατευτικό πεδίο των διατάξεων περί απορρήτου των άρθ. 5 και 16 Ν. 4640/2019, η τυχόν γνωστοποίηση των πληροφοριών αυτών συνιστά για τον διαμεσολαβητή υπέρμετρη επιβάρυνση, καθότι απειλείται με άσκηση πειθαρχικών πεινών και η πράξη αυτή καθ’ αυτήν αποτελεί αθέτηση συμβατικής υποχρέωσης. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθ. 14 περ. Α παρ. 4, η μη τήρηση της αρχής της εχεμύθειας από μέρους του διαμεσολαβητή συνιστά σοβαρό πειθαρχικό παράπτωμα, ενώ σύμφωνα με το άρθ. 5 του Κώδικα Δεοντολογίας Διαπιστευμένων Διαμεσολαβητών σε περίπτωση παραβίασης των υποχρεώσεων του διαμεσολαβητή που επιβάλλονται από τον Κώδικα Δεοντολογίας, ο Υπουργός Δικαιοσύνης Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, αφού λάβει τη σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής Πιστοποίησης Διαμεσολαβητών, δύναται να προβεί σε οριστική ή προσωρινή ανάκληση της διαπίστευσης, ανάλογα με τη βαρύτητα της παράβασης ή την καθ' υποτροπή συμπεριφορά του διαμεσολαβητή. Άλλωστε, η παραβίαση του απορρήτου από μέρους του διαμεσολαβητή (αλλά και όποιου άλλου μέρους της διαδικασίας της διαμεσολάβησης) γεννά σε βάρος του, ως υπόχρεου προς τήρηση του απορρήτου προσώπου, αστική ευθύνη, η οποία εκτείνεται στην υλική αποκατάσταση των προκληθέντων ζημιών από την συγκεκριμένη παραβίαση.