Επί του υποβληθέντος ερωτήματος έχουμε την γνώμη ότι προσήκει η κατωτέρω αναφερομένη απάντηση:
Εκ των διατάξεων των άρθρων 3 παρ. 1 και 6 παρ. 1 του ν. 4640/2019 προκύπτει ότι βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή μιας αστικής ή εμπορικής διαφοράς στην διαμεσολάβηση, εντεύθεν στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης, αποτελεί η εξουσία διαθέσεως του αντικειμένου της διαφοράς, η οποία υπάρχει όταν τα μέρη έχουν, σύμφωνα με τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, το δικαίωμα να αποφασίζουν ελευθέρως εάν θα επιδιώξουν δικαστικώς ή όχι την προστασία του συγκεκριμένου δικαιώματος τους, εάν θα το περιορίσουν ή εάν θα παραιτηθούν από αυτό, εάν το δικαίωμα και η περί αυτό διαφορά είναι εν γένει δεκτικά συμβιβασμού. Αδιάφορο είναι εάν το δικαίωμα είναι αποτιμητό ή όχι σε χρήμα (βλ. 13, 42, 43,45,47,68,69 Γνώμες Επιτροπής).
Ειδικώτερον, η εξουσία διαθέσεως είναι η ειδικότερη ικανότητα προς επιχείρηση εκποιητικής δικαιοπραξίας. η εκποίηση ενός δικαιώματος είναι μια φορά δυνατή και μόνον εφόσον γίνεται από τον δικαιούχο που έχει την εξουσία διαθέσεως. Αύτη πηγάζει από τη σχέση του δικαιούχου προς το δικαίωμά του και στηρίζεται στην αρχή της ελεύθερης διαθέσεως των περιουσιακών δικαιωμάτων. Ο δικαιούχος δεν έχει εξουσία διαθέσεως όταν αυτή απαγορεύεται από τον νόμο (ΑΚ 175), από δικαστική απόφαση (ΑΚ 176 και από δικαιοπραξία (ΑΚ 177)( βλ. Απ. Γεωργιάδη ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ… 5η εκδ.σελ. 345 επ.)
Εξ άλλου, εκ της ερμηνείας των διατάξεων 939-946 ΑΚ συνάγονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Η αγωγή διάρρηξης («παυλιανή αγωγή»), σκοπεί στην προστασία των δανειστών έναντι οφειλετών που επιχειρούν να ματαιώσουν την αναγκαστική ικανοποίηση των δανειστών τους, προβαίνοντες σε απαλλοτριώσεις περιουσιακών στοιχείων τους σε τρίτους.
Το δικαίωμα του δανειστή προς διάρρηξη απαλλοτριώσεως, στην οποία προέβη ο οφειλέτης του, είναι διαπλαστικό και ασκείται δικαστικώς.
Η αγωγή διαρρήξεως προϋποθέτει ότι η υπόλοιπη περιουσία του οφειλέτη δεν επαρκεί για να ικανοποιηθή ο δανειστής (ΑΚ 939). Η αφερεγγυότητα του οφειλέτη, συνιστά όχι μόνο περιεχόμενο του δόλου, αλλά και αυτοτελή προϋπόθεση του δικαιώματος διαρρήξεως, αφορά δε την εμφανή, και όχι την αφανή περιουσία του οφειλέτη, Ο ισχυρισμός του οφειλέτη στη δίκη διαρρήξεως ότι έχει άλλη εμφανή περιουσία, ικανή προς ικανοποίηση του ενάγοντος δανειστή, αποτελεί (αιτιολογημένη) άρνηση της αγωγής.
Για απαλλοτρίωση από επαχθή αιτία, , ο νόμος απαιτεί τη γνώση του τρίτου, ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει με σκοπό τη βλάβη των δανειστών του. Αν η απαλλοτρίωση έγινε με χαριστική αιτία δεν απαιτείται γνώση του τρίτου.
Η διάρρηξη διατάσσεται μόνο στο μέτρο που αυτό απαιτείται για την ικανοποίηση του δανειστή. Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι η διάρρηξη της απαλλοτριώσεως γίνεται για ορισμένο ποσό και όχι απεριορίστως. Ο τρίτος δύναται να καταβάλει το εν λόγω ποσό και να καταλύσει την αγωγή, υποκαθιστάμενος στα δικαιώματα του δανειστή (βλ. εκτενώς Παπαδημητρόπουλος εις Απ. Γεωργιάδη ΣΕΑΚ ΣΕΛ 1916 επ).
Επί τη βάσει των ανωτέρω προκύπτει ότι, σε διαφορά αφορώσα αγωγή διάρρηξης, οι διάδικοι έχουν εξουσία διαθέσεως των εκατέρωθεν δικαιωμάτων τους. Ειδικώτερον, δύνανται να συμφωνήσουν στην ανατροπή των αποτελεσμάτων της μεταβιβάσεως ακινήτου(απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας) ή να ρυθμίσουν με άλλους τρόπους την διαφορά τους, δοθέντος ότι το πρακτικό επιτεύξεως συμφωνίας κατά την διαμεσολάβηση αποτελεί μέθοδο εξώδικης επιλύσεως της διαφοράς με ισχύ δικαστικού συμβιβασμού( άρθρ. 293 παρ. 1 εδαφ. β΄ ΚΠολΔ), όσον αφορά στην κατάργηση της δίκης( βλ. υπ’ αριθ. 66 Γνώμη Επιτροπής).
Γίνεται μνεία ότι εάν τα μέρη προέλθουν σε συμφωνία επιλύσεως της διαφοράς, τότε κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 8 παρ. 4 του ανωτέρω νόμου η τυχόν επαναμεταβίβαση του ακινήτου πρέπει να περιβληθή τον συμβολαιογραφικό τύπο.
Συνεπώς, κρίνεται ότι η αναφερομένη στο ερώτημα διαφορά περιλαμβάνεται μεταξύ εκείνων, των προβλεπόμενων στην διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 περ. β΄ του ν. 4640/2019, εντεύθεν υπάγεται σε υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης, ενώ κατά νόμο0ν παρέχεται η δυνατότητα προσφυγής στη διαμεσολάβηση για το σύνολο της διαφοράς.