Επί των υποβληθέντων ερωτημάτων έχομε την γνώμη ότι προσήκει η κατωτέρω αναφερομένη απάντηση:
Κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 4640/2019 « 1. Στη διαδικασία της διαμεσολάβησης μπορούν να υπαχθούν αστικές και εμπορικές διαφορές, εθνικού ή διασυνοριακού χαρακτήρα, υφιστάμενες ή μέλλουσες, εφόσον τα μέρη έχουν την εξουσία να διαθέτουν το αντικείμενο της διαφοράς, σύμφωνα με τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, ενώ κατά το άρθρο 6 παρ. 1 ιδίου νόμου « 1.Οι παρακάτω αστικές και εμπορικές διαφορές υπάγονται στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης, εφόσον τα μέρη έχουν εξουσία διάθεσης του αντικειμένου της μεταξύ τους διαφοράς: … β) Οι διαφορές που εκδικάζονται κατά την τακτική διαδικασία και υπάγονται στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου, αν η αξία του αντικειμένου της διαφοράς υπερβαίνει το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ και Πολυμελούς Πρωτοδικείου, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας»
Όπως ορίζεται στις ανωτέρω διατάξεις, προκειμένου να προσφύγουν στην διαμεσολάβηση, τα μέρη πρέπει να έχουν την εξουσία να διαθέτουν ελευθέρως το αντικείμενο της διαφοράς, δηλαδή αυτό να είναι απαλλοτριωτό, όπως κατά κύριο λόγο είναι τα περιουσιακά δικαιώματα, ενοχικά και εμπράγματα. Αντιθέτως, αποκλείεται η υπαγωγή στη διαμεσολάβηση των διαφορών που αφορούν σε δικαιώματα και υποχρεώσεις που δεν είναι απαλλοτριωτά. Οι δικαιούχοι των δικαιωμάτων αυτών δεν έχουν εξουσία ελεύθερης διαθέσεώς τους και η διάγνωση των σχετικών εννόμων σχέσεων δύναται να γίνει μόνο από τα τακτικά πολιτικά δικαστήρια. Εξουσία διαθέσεως του αντικειμένου της διαφοράς υπάρχει όταν τα μέρη έχουν, σύμφωνα με τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, το δικαίωμα να αποφασίζουν ελευθέρως εάν θα επιδιώξουν δικαστικώς ή όχι την προστασία του συγκεκριμένου δικαιώματος τους, εάν θα το περιορίσουν ή εάν θα παραιτηθούν από αυτό, εάν το δικαίωμα και η περί αυτό διαφορά εν γένει είναι δεκτικά συμβιβασμού. Αδιάφορο είναι εάν το δικαίωμα είναι αποτιμητό ή όχι σε χρήμα (βλ. 13, 42, 43,45 Γνώμες Επιτροπής). Η εξουσία ελεύθερης διαθέσεως είναι έννοια σχετική όχι προς το πρόσωπο του δικαιούχου, αλλά αποτελεί ιδιότητα του συγκεκριμένου δικαιώματος που αποτελεί αντικείμενο της διαφοράς.
Οι διαφορές από αδικοπραξία (άρθρα 914 επ. ΑΚ) δύνανται να υπαχθούν σε διαμεσολάβηση, εάν οι ενδιαφερόμενοι έχουν την εξουσία ελεύθερης διαθέσεως του αντικειμένου της διαφοράς.
Ωστόσο, οι αξιώσεις λόγω προσβολής προσωπικότητος φυσικού προσώπου (άρθρο 57 ΑΚ) αφορούν ευθέως στη διατάραξη μη περιουσιακών αγαθών του ατόμου που απορρέουν από τη σωματική, ψυχική ή κοινωνική ατομικότητά του, συνδέονται δε τόσο στενώς με την ψυχική σφαίρα του φυσικού προσώπου, που υφίσταται και την ψυχική ταραχή, η οποία εκπηγάζει από την αδικοπρακτική συμπεριφορά εις βάρος του, ώστε να μη δύνανται ν' αποτελέσουν αντικείμενο διαμεσολαβήσεως, καθώς συνδέονται αρρήκτως με το δικαίωμα στην προσωπικότητα (ΑΠ 2004/2007-επί διαιτησίας– υπ’ αριθ. 22 Γνώμη Επιτροπής).
Ειδικώτερον, το άρθρο 57 ΑΚ καθιερώνει το δικαίωμα στην προσωπικότητα, θέτει τις προϋποθέσεις για την προσβολή του και καθορίζει τις αξιώσεις που γεννώνται στο πρόσωπο του προσβληθέντος. Η απόφαση που διατάσσει την παράλειψη της προσβολής εκτελείται σύμφωνα με το άρθρο 947 ΚΠολΔ.
Προϋπόθεση, όμως, εφαρμογής του άρθρου 947 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός από την ύπαρξη αξιώσεως προς παράλειψη ή ανοχή πράξεως είναι και η άσκηση της αξιώσεως με αγωγή, εφ’ όσον η έκδοση αποφάσεως με περιεχόμενο την καταδίκη στην παράλειψη ή ανοχή προϋποθέτει την προηγούμενη άσκηση αντίστοιχης αγωγής και στηρίζεται στην αυθεντική διάγνωση της βασιμότητός της. Συνεπώς, η ΚΠολΔ 947 έχει εφαρμογή, μόνο όταν το περιεχόμενο τής παραλείψεως ή ανοχής αφορά στο μέλλον και η υποχρέωση για παράλειψη ή ανοχή θεμελιώνεται σε δικαστική απόφαση (βλ. ΑΠ 1627/2018). Αν δεν υπάρχει δικαστική απόφαση ο ενδιαφερόμενος είναι ανάγκη να προσφύγει στο δικαστήριο, το οποίο θα κρίνει περί της υποχρεώσεως και θα καταδικάσει τον οφειλέτη στη συγκεκριμένη παράλειψη ή ανοχή.
Στη συγκεκριμένη υπόθεση, δεν υπάρχει εξουσία διαθέσεως του αντικειμένου της διαφοράς λόγω προσβολής της προσωπικότητος, η οποία(διαφορά) ως γενεσιουργό αιτία έχει την άδικη πράξη του υπαίτιου αυτής( άρθρα 57) και επομένως δεν υπάρχει υποχρέωση διεξαγωγής υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας Διαμεσολάβησης, αλλά και δυνατότητα προσφυγής στη διαμεσολάβηση για το σύνολο της διαφοράς.
Περαιτέρω, και επί τη υποθέσει επιτυχούς διαμεσολαβήσεως, το σχετικό πρακτικό δεν θα αποτελούσε τίτλο εκτελεστό κατά το άρθρο 8 παρ. 3 του Ν 4640/2019, εφ’ όσον η συγκεκριμένη συμφωνία των μερών δεν δύναται κατά νόμον να αποτελέσει αντικείμενο αναγκαστικής εκτελέσεως, ενώ δεν τίθεται ζήτημα τοιαύτης εκτελέσεως σύμφωνα με τους όρους του άρθρου 947 ΚΠολΔ (απειλή χρηματικής ποινής, προσωπικής κρατήσεως) κατά τα προεκτεθέντα. Εν κατακλείδι, υπό τοιούτο περιεχόμενο το πρακτικό διαμεσολάβησης δεν θα παρήγε ουσιαστικό ή δικονομικό αποτέλεσμα και ηδύνατο να προσβληθή λόγω ακυρότητος.
Επισημαίνεται ότι, η τοιαύτη απαγόρευση δεν συνδέεται με τον φύση ή τον χαρακτήρα της διαμεσολαβήσεως, ως μέσον επιλύσεως της διαφοράς, αλλά με τους υφιστάμενους περιορισμούς του νόμου.