Επί του υποβληθέντος ερωτήματος έχομε την γνώμη ότι προσήκει η κατωτέρω απάντηση:
Ορθώς αναφέρεται ο ερωτών δικηγόρος στις με αριθμό 3/2021 και 13/ 2021 Γνώμες της Επιτροπής μας .
Λόγω κάποιων διαφορών μεταξύ του υπό εξέταση ερωτήματος και εκείνων σχετικά με τα οποία είχαν εκφραστεί οι πιο πάνω αναφερόμενες γνώμες μας, θεωρούμε ενδεδειγμένη την εκ νέου τοποθέτηση μας.
Το άρθρο 3 του Νόμου 4640/2019 προβλέπει στην παράγραφο 1 αυτού ότι:
«Στη διαδικασία της διαμεσολάβησης μπορούν να υπαχθούν αστικές και εμπορικές διαφορές, εθνικού ή διασυνοριακού χαρακτήρα, υφιστάμενες ή μέλλουσες, εφόσον τα μέρη έχουν την εξουσία να διαθέτουν το αντικείμενο της διαφοράς, σύμφωνα με τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου.»
Η αρχή της ελευθερίας διαθέσεως του αντικειμένου μιας διαφοράς είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την θεμελιώδη αρχή της διαθέσεως, που προβλέπεται στο άρθρο 106 του ΚΠολΔ, η οποία: 1) επιβάλλει στο Δικαστήριο να ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διάδικου και όχι αυτεπαγγέλτως), 2) επιτρέπει στους διαδίκους να οριοθετούν το αντικείμενο της δίκης και 3) επιτρέπει στους διαδίκους να ορίζουν πώς τελειώνει η δίκη.
Εξουσία διάθεσης του αντικειμένου της διαφοράς υπάρχει όταν τα μέρη έχουν, σύμφωνα με τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, το δικαίωμα να αποφασίζουν ελεύθερα εάν θα επιδιώξουν δικαστικά ή όχι την προστασία του συγκεκριμένου δικαιώματος τους, εάν θα το μεταβιβάσουν ,εάν θα το περιορίσουν ή εάν θα παραιτηθούν από αυτό, εάν το δικαίωμα και η περί αυτό διαφορά εν γένει είναι δεκτικά συμβιβασμού. Αδιάφορο είναι εάν το δικαίωμα είναι αποτιμητό ή όχι σε χρήμα.
Όσον αφορά στο πρώτο αίτημα της αγωγής, την οποία έχει ασκήσει ο εντολέας του ερωτώντος δικηγόρου, δηλαδή όσον αφορά στην αναγνώριση της ακυρότητας δημόσιας διαθήκης λόγω άνοιας του διαθέτη, τουτέστιν λόγω έλλειψης δικαιοπρακτικής του ικανότητας, κρίνεται ότι πρόκειται περί διαφοράς, για το αντικείμενο της οποίας τα μέρη δεν έχουν δικαίωμα διάθεσης, καθ’ όσον διέπεται από διατάξεις αναγκαστικού δικαίου. Η ακυρότητα διαθήκης αναγνωρίζεται δυνάμει δικαστικής απόφασης και δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο συμβιβασμού των διαδίκων. Συνεπώς ,σε σχέση με το πρώτο αίτημα της αγωγής δεν συντρέχει περίπτωση ΥΑΣ.
Σχετικά με το δεύτερο αίτημα της αγωγής, δεν είναι δυνατόν να εκφέρομε γνώμη περί της ύπαρξης ή μη εξουσίας διαθέσεως δεδομένου ότι δεν είναι γνωστό εάν ο ενάγων έχει έννομο συμφέρον ( και εάν ναι, ποιο ) να ζητά να αναγνωριστεί ότι – μετά την αναγνώριση της ακυρότητας της διαθήκης- επέρχεται εξ αδιαθέτου διαδοχή υπέρ της συζύγου και των τέκνων του αποβιώσαντος και δη, όχι εφ’ ολοκλήρου της περιουσίας του ,αλλά επί συγκεκριμένων ακινήτων, με αποτέλεσμα να μην μπορούμε να αποφανθούμε εάν ο ενάγων έχει εξουσία διάθεσης του ενδεχόμενου αυτού δικαιώματος του ( δηλαδή εξουσία να το μεταβιβάζει ,να το περιορίζει ή να παραιτείται ελεύθερα από αυτό) ώστε να διαγνωστεί εάν θα έπρεπε να γίνει ΥΑΣ, κατ’εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 6παρ.1 του Νόμου 4640/ 2019.
Σε κάθε περίπτωση, όμως, αυτό θα προϋπέθετε ότι ο εναγόμενος θα είχε αποδεχτεί την ακυρότητα της διαθήκης ή ότι θα έχει εκδοθεί σχετική απόφαση Δικαστηρίου αναγνωριστική της ακυρότητας.
Το τελικό συμπέρασμα είναι ότι το πρώτο αίτημα της αγωγής ,σχετικά με το οποίο οι διάδικοι δεν έχουν δικαίωμα διάθεσης και για το οποίο δεν μπορεί να γίνει ΥΑΣ, «συμπαρασύρει» και το δεύτερο αίτημα, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει υποχρέωσης διεξαγωγής ΥΑΣ για το σύνολο της αγωγής.