Γνώμες Επιτροπής Νομικών Θεμάτων

ΑΡΙΘΜΟΣ 31/2021

Εκ μέρους της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων: Κυριάκος Οικονόμου, Αρεοπαγίτης, ε.τ. Εισηγητής: Κυριάκος Οικονόμου

Σε αγωγή τακτικής διαδικασίας Ειρηνοδικείου που δεν υπάγεται λόγω ποσού σε ΥΑΣ και ο δικηγόρος που καταθέτει το δικόγραφο είναι ο ενάγων (καταθέτει αγωγή για δική του προσωπική υπόθεση), χρειάζεται να προσκομίσει στο δικαστήριο το έγγραφο ενημέρωσης του άρθρου 3 παρ. 2 για τη δυνατότητα διαμεσολαβητικής διευθέτησης της διαφοράς; Εάν δεν το προσκομίσει, η αγωγή θα απορριφθεί ως απαράδεκτη;

Απάντηση

Επί του υποβληθέντος ερωτήματος έχομε την γνώμη ότι προσήκει η κατωτέρω αναφερομένη απάντηση:

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 3 του ν. 4640/2019 «1.Στη διαδικασία της διαμεσολάβησης μπορούν να υπαχθούν αστικές και εμπορικές διαφορές, εθνικού ή διασυνοριακού χαρακτήρα, υφιστάμενες ή μέλλουσες, εφόσον τα μέρη έχουν την εξουσία να διαθέτουν το αντι­κείμενο της διαφοράς, σύμφωνα με τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου. 2.Πριν από την προσφυγή στο Δικαστήριο, ο πληρε­ξούσιος δικηγόρος οφείλει να ενημερώσει τον εντολέα του εγγράφως για τη δυνατότητα διαμεσολαβητικής διευθέτησης της διαφοράς ή μέρους αυτής σύμφωνα με την παράγραφο 1, καθώς και για την υποχρέωση προσφυγής στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία και τη διαδικασία αυτής των άρθρων 6 και 7 του παρόντος. Το ενημερωτικό έγγραφο συμπληρώνεται και υπογράφεται από τον εντολέα και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του και κατατίθεται με το εισαγωγικό δικόγραφο της αγωγής που τυχόν ασκηθεί επί ποινή απαραδέκτου αυτής».

Εκ  μόνης της γραμματικής  ερμηνείας των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει σαφώς  ότι η υποχρέωση του πληρεξουσίου δικηγόρου περί ενημερώσεως για τη δυνατότητα διαμεσολαβητικής διευθέτησης διαφοράς και για την υποχρεωτική προσφυγή στην αρχική συνεδρία, προβλέπεται προς τον εντολέα αυτού, η δε συμπλήρωση, υπογραφή και κατάθεση του ενημερωτικού εγγράφου προϋποθέτει  το πρόσωπο του επισπεύδοντος  διαδίκου ως εντολέως τούτου (δικηγόρου). Οι ανωτέρω διατάξεις δεν τυγχάνουν εφαρμογής, εντεύθεν δεν τίθεται  υποχρεώσεως ενημερώσεως και συμπληρώσεως σχετικού εγγράφου στην περίπτωση κατά την οποία επισπεύδων διάδικος στην διαφορά, προσφεύγων στο Δικαστήριο  και εκπροσωπών ο ίδιος εαυτόν, είναι δικηγόρος.
 

ΑΡΙΘΜΟΣ 32 /2021

Εκ μέρους της Επιτροπής Κυριάκος Οικονόμου Αρεοπαγίτης επί τιμή Εισηγητής Κ. Οικονόμου

Επί ασκηθείσης αγωγή αποζημιώσεως λόγω σωματικής βλάβης, οι εναγόμενοι προτίθενται να καταθέσουν "Ανακοίνωση Δίκης με Προσεπίκληση σε Αναγκαστική Παρέμβαση - Παρεμπίπτουσα Αγωγή Αποζημίωσης" κατά της ασφαλιστικής εταιρείας, προς κάλυψη της ζημίας σε ενδεχόμενη ήττα ΕΡΩΤΑΤΑΙ εάν  η διαφορά αυτή υπάγεται σε υποχρεωτική διαμεσολάβηση (ΥΑΣ) και εάν  πρέπει να γίνεται σχετική μνεία στο δικόγραφο; 

Απάντηση

Εκ της ερμηνείας των διατάξεων των  άρθρ.  2 παρ. 1 και 2 , άρθρ.   3 παρ. 2, άρθρ.  6 παρ. 1 και 3, άρθρ.   7 παρ. 1 και 2  του ν 4640/2019 προκύπτει ότι  με το δικόγραφο της "Ανακοίνωσης Δίκης με Προσεπίκληση σε Αναγκαστική Παρέμβαση - Παρεμπίπτουσας Αγωγή Αποζημίωσης" εισάγεται προς διερεύνηση  μία αυτοτελής διαφορά,  η οποία υπάγεται στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης, εντεύθεν ενεργοποιείται η υποχρέωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του επισπεύδοντος να ενημερώσει εγγράφως συμφώνως προς τα οριζόμενα στην παρ. 2 του άρθρου 3 του ιδίου νόμου.

 Περαιτέρω επισημαίνονται τα ακόλουθα: Οι διατάξεις του ν. 4640/2019 δεν περιλαμβάνουν ρυθμίσεις περί συμμετοχής τρίτων στην διαμεσολάβηση , ως πράττουν οι σχετικές διατάξεις του ΚΠοΛΔ.

Παρά ταύτα παρέχεται η δυνατότητα στους διαδίκους της κυρίας δίκης, να διευρύνουν, κατόπιν συνεννοήσεως με τον διαμεσολαβητή, τους συμμετέχοντας στην διαμεσολάβηση, ώστε να δυνηθή να συμμετάσχη σε αυτήν ο προσεπικαλούμενος υπό του εναγομένου  δικονομικώς εγγυητής και παρεμπιπτόντως εναγόμενος, ο οποίος, πέραν της εννόμου σχέσεως με τον προσεπικαλούντα  συνδέεται και έχει άμεσο ενδιαφέρον  να συμμετάσχη στην διαδικασία της διαμεσολάβησης, κατά την συζήτηση επί  της κυρίας αξιώσεως, της οποίας δυνατόν να καταστή οφειλέτης.

Καταδεικνύεται ότι, παρά την ύπαρξη δύο, κατά τον νόμο, αυτοτελών διαφορών, επιβάλλεται κατόπιν πρωτοβουλίας των αμέσως ή  εμμέσως εμπλεκομένων να διεξάγουν από κοινού την ΥΑΣ, η οποία, στην συγκεκριμένη περίπτωση, παρέχει την δυνατότητα αποτελεσματικής διευθετήσεως όλων των αξιώσεων. Συμπληρωματικώς αναφερόμαστε στις αιτιολογικές σκέψεις της  ανηρτημένης στον οικείο τόπο υπ’ αριθ. 29 Γνωμοδοτήσεως. 

ΑΡΙΘΜΟΣ 33/2021

Εκ μέρους της Επιτροπής Κυριάκος Οικονόμου Αρεοπαγίτης επί τιμή Εισηγήτρια: Βασιλική Αθανάσογλου, Αναπληρωματικό Μέλος ΚΕΔ, Διαπιστευμένη Διαμεσολαβήτρια, Δικηγόρος Αθηνών και Δικηγόρος Ντίσελντορφ (Rechtsanwältin)

Ερωτάται εάν, επί αγωγή χρηματικής απαίτησης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου (νέα τακτική διαδικασία) όπου απαιτείται διεξαγωγή ΥΑΣΔ για το παραδεκτό της συζήτησης της αγωγής και ο εναγόμενος απεβίωσε προ ολίγων ημερών, καλούνται οι κληρονόμοι του στην ΥΑΣΔ· ποια η διαδικασία που πρέπει να ακολουθηθεί προκειμένου να κληθούν οι κληρονόμοι στην ΥΑΣΔ από τον διαμεσολαβητή, και τέλος, εάν θα πρέπει ο διαμεσολαβητής να λάβει γνώση του θανάτου εγγράφως για να κληθούν οι κληρονόμοι ή αρκεί προφορική ενημέρωση του θανάτου του

Απάντηση

Επί του υποβληθέντος ερωτήματος έχουμε την γνώμη ότι προσήκει η κατωτέρω αναφερομένη απάντηση:

Σύμφωνα με τις ΚΠολΔ 286 περ. α’ και 287 §1,  η δίκη διακόπτεται αν, έως ότου τελειώσει η συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση πεθάνει κάποιος διάδικος, η δε διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου της διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης· η γνωστοποίηση γίνεται από πρόσωπο που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη. Στη γνωστοποίηση δεν απαιτείται να επισυνάπτονται ή να προσκομίζονται και τα αντίστοιχα αποδεικτικά έγγραφα . Αν δεν έχει πραγματοποιηθεί προσήκουσα γνωστοποίηση του λόγου, δεν προκαλείται διακοπή της δίκης, οι δε διαδικαστικές πράξεις που επιχειρούνται στο όνομα του θανόντος δεν πάσχουν ακυρότητας, ενώ ο αντίδικος εγκύρως απευθύνει τις διαδικαστικές πράξεις κατά του διαδίκου στο πρόσωπο του οποίου συντρέχει λόγος διακοπής, ακόμη και αν ο αντίδικος το έχει λάβει γνώση αυτού.

Εξάλλου, κατά το άρθ. 290 ΚΠολΔ η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί μπορεί να γίνει εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε n διακοπή. Σιωπηρή είναι η δήλωση επανάληψης που γίνεται, μεταξύ άλλων, και με συμμετοχή σε άλλη διαδικαστική πράξη . Η δήλωση επανάληψης μπορεί να γίνει ταυτόχρονα με τη δήλωση διακοπής, ενώ σε αυτήν μπορεί να προβεί μόνο ο διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή. Η νόμιμη εξουσία του προσώπου αυτού για τη συνέχιση της δίκης εξετάζεται παρεμπιπτόντως και μόνο αν προβάλλονται σχετικές αντιρρήσεις κατά τον προσήκοντα κάθε φορά χρόνο προβολής των ισχυρισμών των διαδίκων.

Άλλωστε, ο κληρονόμος δεν μπορεί να κληθεί για να επαναληφθεί η δίκη που έχει διακοπεί πριν περάσει η προθεσμία της αποποίησης ή πριν απωλέσει με οποιονδήποτε άλλο τρόπο το δικαίωμα της αποποίησης, κατά την ΚΠολΔ 292.

Περαιτέρω, και με δεδομένο ότι αφενός η ΥΑΣΔ λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο κάποιας ήδη εκκρεμούς ή μελλοντικής δίκης, και αφετέρου το πρακτικό αυτής συμβάλλει στην εξέλιξη και πρόοδο της δίκης, ώστε τυχόν απουσία του να οδηγεί σε απαράδεκτο της συζήτησης της υπό κρίση αγωγής, μπορούμε να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι η Υποχρεωτική Αρχική Συνεδρία Διαμεσολάβησης αποτελεί διαδικαστική πράξη, έστω και ιδιόμορφη στο βαθμό που συντελείται σε χρόνο προγενέστερο της άσκησης της αγωγής.

Κατόπιν τούτου, προκύπτει ότι παραδεκτά μπορεί ο διάδικος που δικαιούται προς τούτο, και υπέρ του οποίου συντελείται η επανάληψη, να γνωστοποιήσει στον αντίδικο τόσο τον λόγο βίαιης διακοπής της δίκης όσο και την επανάληψη αυτής. Κατά την ΥΑΣΔ δεν απαιτείται να προσκομισθούν τυχόν νομιμοποιητικά έγγραφα, διότι αφενός για τον προσδιορισμό του μέρους που συμμετέχει στην ΥΑΣΔ χρησιμοποιείται το τυπικό κριτήριο του διαδίκου, αφετέρου οι τυχόν αντιρρήσεις από την πλευρά του αντιδίκου θα πρέπει να προβληθούν με τις προτάσεις, ο δε διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή με τις προτάσεις προσκομίζει παραδεκτά το σύνολο των αποδεικτικών του μέσων.

Η απάντηση όμως πρέπει, κατ’ αρχήν, να διαφοροποιηθεί στην περίπτωση που ο κληρονόμος του θανόντα διαδίκου δεν προβαίνει εκουσίως στην γνωστοποίηση του λόγου βίαιης διακοπής και της εκούσιας επανάληψης της δίκης. Στην περίπτωση αυτή, ο αντίδικος δεν μπορεί να καλέσει τον κληρονόμο σε επανάληψη της δίκης, κατά τα οριζόμενα και τις προϋποθέσεις της ΚΠολΔ 292, διαφορετικά η πρόσκληση αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη και αυτεπάγγελτα . Ακολούθως, στην περίπτωση που η ΥΑΣΔ επισπεύδεται από τον αντίδικο του θανόντα διαδίκου, θα πρέπει κατ’ αρχήν στον τελευταίο να απευθυνθεί και η πρόσκληση σε ΥΑΣΔ.

Εντούτοις, αυτή η κατ’ αρχήν ορθή δογματικά θέση φαίνεται να οδηγεί σε δικαιοπολιτικα εσφαλμένα αποτελέσματα, αν δεν ληφθεί υπόψη η ιδιαίτερη φύση της ίδιας της ΥΑΣΔ. Ειδικότερα, η ΥΑΣΔ προαναφέραμε ότι αποτελεί διαδικαστική πράξη, η προδικασία της όμως, όπως αυτή προβλέπεται στην §1 του άρθ. 7 ν. 4640/2019, διακρίνεται για την ιδιαίτερη σε σχέση με αυτή της πολιτικής δίκης ευελιξία, όπως άλλωστε προσιδιάζει και στην ίδια την διαδικασία της διαμεσολάβησης. Πιο συγκεκριμένα, ο διαμεσολαβητής επικοινωνεί με κάθε πρόσφορο μέσο με τα μέρη για την αποδοχή του διορισμού του. Κατά την πρώτη αυτή επικοινωνία της §1 του άρθ. 7 ν. 4640/2019 δεν έχει ορισθεί διαμεσολαβητής για την ΥΑΣΔ είτε με συμφωνία είτε μέσω της ΚΕΔ, η δε αυτή επικοινωνία έχει διερευνητικό ρόλο στο βαθμό που κατατείνει απλώς στην διερεύνηση ύπαρξης ή μη συμφωνίας στο πρόσωπο του διαμεσολαβητή.

Περαιτέρω, η έκφραση βούλησης εκ μέρους του προσκαλούμενου μέρους είτε αρνητικά είτε θετικά προς τον ορισμό του διαμεσολαβητή θα πρέπει να θεωρηθεί ως η πρώτη πράξη της διαδικαστικής πράξης της ΥΑΣΔ, τουλάχιστον αναφορικά με το προσκαλούμενο στην ΥΑΣΔ μέρος. Και αυτό, διότι είτε θα εκφρασθεί ρητή συναίνεση προς τον ορισμό του διαμεσολαβητή, είτε θα κινηθεί εξαιτίας της άρνησης προς συναίνεση η διαδικασία ορισμού μέσω της ΚΕΔ. Και στις δύο πάντως αυτές περιπτώσεις θα έχουμε εξωτερίκευση βούλησης και αντίστοιχη συμμετοχή σε διαδικαστική πράξη, που θα δικαιολογεί την σιωπηρή επανάληψη της δίκης μετά της γνωστοποίησης του λόγου βίαιης διακοπής. Διαφορετικό θα πρέπει να είναι, όμως, το αποτέλεσμα στην περίπτωση αδυναμίας επικοινωνίας. 

 Ως εκ τούτου δικαιοπολιτικοί λόγοι και η φύση του σταδίου αυτού της ΥΑΣΔ προκρίνουν ως ορθή την άποψη ότι αυτή η αρχική επικοινωνία για τον ορισμό του διαμεσολαβητή μπορεί να συντελεστεί απευθείας με τους κληρονόμους του θανόντα διαδίκου, χωρίς αυτή να εκληφθεί ως πρόσκληση σε επανάληψη της δίκης κατ’ άρθ. 292 ΚΠολΔ. Ήδη στο στάδιο αυτό οι κληρονόμοι του θανόντα διαδίκου έχουν λάβει άτυπη γνώση περί της ύπαρξης εκκρεμούς δίκης (στην περίπτωση που την αγνοούσαν), και ως εκ τούτου μπορούν είτε να μην προβούν σε κάποια ενέργεια (εωσότου παρέλθει η νόμιμη προθεσμία για την αποποίηση ή απωλέσουν το δικαίωμα αποποίησης, οπότε και θα μπορεί ο αντίδικος να τους προσκαλέσει σε αναγκαστική επανάληψη), είτε να εφόσον το επιθυμούν να εναντιωθούν στον ορισμό του προτεινόμενου διαμεσολαβητή ή να παρασταθούν στην ΥΑΣΔ, γνωστοποιώντας και στις δύο περιπτώσεις σιωπηρά ή ρητά, αντίστοιχα, τον λόγο της βίαιης διακοπής δίκης και επαναλαμβάνοντας την δίκη από το σημείο αυτό.

Περαιτέρω, στην περίπτωση που ο θάνατος του διαδίκου λάβει χώρα ενώ έχει ήδη ορισθεί με συναίνεση ή μέσω της ΚΕΔ ο διαμεσολαβητής, για λόγους αποφυγής άνισων και ανεπιεικών λύσεων, προκρίνουμε ότι θα πρέπει να επαναληφθεί η προαναφερθείσα διαδικασία, δηλαδή της άτυπης ενημέρωσης των κληρονόμων, με τις αντίστοιχες διακρίσεις ανά περίπτωση.

Εφόσον, όμως, υπάρξει αδυναμία επικοινωνίας με τους κληρονόμους, η διαδικασία της ΥΑΣΔ οφείλει να συνεχισθεί κανονικά απευθυνόμενη προς τον θανόντα διάδικο, δεδομένου ότι δεν έχει συντελεστεί μέχρι και εκείνο το σημείο η απαραίτητη προσήκουσα γνωστοποίηση του άρθ. 287 ΚΠολΔ.

ΑΡΙΘΜΟΣ 34/2021

Εκ μέρους της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων: Κυριάκος Οικονόμου, Αρεοπαγίτης, ε.τ. ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ: Κατερίνα Κωτσάκη ,Δικηγόρος ε.τ., Διαπιστευμένη Διαμεσολαβήτρια Υπουργείου Δικαιοσύνης – MCIArb, Πιστοποιημένη Εκπαιδεύτρια Διαμεσολαβητών, Πρόεδρος της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΩΝ, Αν. Μέλος της ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ του Υπουργείου Δικαιοσύνης

Υπόθεση οικογενειακή στην οποία έγινε διαμεσολάβηση και υπογράφηκε πρακτικό επιτυχίας. Υπήρχε αγωγή για τα θέματα τα οποία επίλυσε η διαμεσολάβηση, όμως μήνες μετά το ένα από τα μέρη που άλλαξε γνώμη για τη συμφωνία, προχωράει και ασκεί ανταγωγή για θέματα όμως τα οποία έχουν ήδη επιλυθεί με διαμεσολάβηση. Το πρακτικό έχει κατατεθεί οπότε υπάρχει εκτελεστός τίτλος. Το ερώτημα είναι το εξής: 1) Τι έγγραφα απαιτείται να προσκομίσει ο δικηγόρος ώστε να καταργηθεί η εκκρεμής δίκη; 2) Πού και πότε οφείλει να τα προσκομίσει; 3) Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στο ακροατήριο τί πρέπει να αναφέρει στον δικαστή; 4) Τί οφείλει ο δικηγόρος να πει στον δικαστή της έδρας και πως θα πρέπει ο δικαστής να χειριστεί τέτοια περίπτωση;

Απάντηση

Επί του υποβληθέντος πιο πάνω ερωτήματος ,προσήκει ,κατά την γνώμη μας, η εξής απάντηση :

 

Σύμφωνα με το  άρθρο 8 παρ. 2 ν. 4640/2019 : “Μετά την κατάθεση του πρακτικού στο Δικαστήριο, η άσκηση αγωγής για την ίδια διαφορά είναι απαράδεκτη στο μέτρο που το αντικείμενο της καλύπτεται από τη συμφωνία των μερών, τυχόν δε εκκρεμής δίκη καταργείται.”

Εξ άλλου, στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου  4 του άρθρου 268 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ορίζονται τα ακόλουθα:

«. Η ανταγωγή ασκείται με χωριστό δικόγραφο, που επιδίδεται τριάντα τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση ενώπιον του πολυμελούς πρωτοδικείου και οκτώ τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου και του ειρηνοδικείου.»

Η ανταγωγή συνεκδικάζεται με την αγωγή αποτελούσα μέσο  άμυνας κατ’ αυτής.

Κατά την εκφώνηση της αγωγής  - η οποία εν προκειμένω εξακολουθεί να εκκρεμεί-και της ανταγωγής ( η οποία ,εάν δεν έχει προσδιοριστεί εξ αρχής στην ίδια δικάσιμο κατά την οποία έχει προσδιοριστεί η εκκρεμούσα αγωγή ,θα αναβληθεί για  την ίδια δικάσιμο με την αγωγή ), ο ενάγων θα προσκομίσει και θα υποβάλει στο Δικαστήριο επικυρωμένο αντίγραφο του Πρακτικού περαίωσης της διαδικασίας της Διαμεσολάβησης ,με την οποία επήλθε επίλυση της διαφοράς περί της οποίας η αγωγή , όπως  θα έχει κηρυχθεί εκτελεστό από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου στην Γραμματεία του οποίου θα έχει κατατεθεί αυτό ,με την επ’ αυτού θέση τού εκτελεστηρίου τύπου σύμφωνα με το άρθρο 918 ΚΠολΔ .Ο ενάγων θα προβάλει τον ισχυρισμό ότι με το εν λόγω Πρακτικό έχουν επιλυθεί τα θέματα ,που αποτελούν αντικείμενο της ανταγωγής ,η οποία είναι ,κατά συνέπεια, απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί ,ενώ ταυτόχρονα θα αιτηθεί  την κατάργηση της δίκης ,που άνοιξε με την αγωγή. Άπαντα τα ανωτέρω με την επίκληση εφαρμογής του άρθρου 8 παρ.2 του Νόμου 4640/2019.

Το Δικαστήριο θα εξετάσει το περιεχόμενο της αγωγής, της ανταγωγής και του Πρακτικού Διαμεσολάβησης περί επίλυσης της διαφοράς προκειμένου να διαπιστώσει και να αποφανθεί  εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 8παρ.2 του Νόμου 4640/2019.Σε καταφατική δε περίπτωση, θα απορρίψει την ανταγωγή ως απαράδεκτη και θα καταργήσει την εκκρεμούσα δική στο σύνολο της.

ΑΡΙΘΜΟΣ 35/2021

Εκ μέρους της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων: Κυριάκος Οικονόμου, Αρεοπαγίτης, ε.τ. ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ: Κατερίνα Κωτσάκη ,Δικηγόρος ε.τ., Διαπιστευμένη Διαμεσολαβήτρια Υπουργείου Δικαιοσύνης – MCIArb, Πιστοποιημένη Εκπαιδεύτρια Διαμεσολαβητών, Πρόεδρος της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΩΝ, Αν. Μέλος της ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ του Υπουργείου Δικαιοσύνης

«Μου ανατέθηκε από την επιτροπή υπόθεση για την διεξαγωγή ΥΑΣ κατόπιν του από 20/4/2021 αιτήματος του Σ.Ζ. Μετά την αποδοχή εκ μέρους μου ενημέρωσα τους πληρεξούσιους δικηγόρους προκειμένου να προβούμε στις απαραίτητες ενέργειες. Διαπίστωσα τότε ότι κατά την ημερομηνία ανάθεσης είχε ήδη κλείσει ο φάκελος της δικογραφίας καθώς είχε ήδη παρέλθει η προθεσμία των 100 ημερών (πρόκειται για υπόθεση νέας τακτικής Μονομελούς).

Ο ενάγων μου δήλωσε ότι θέλει να γίνει η ΥΑΣ και να επιχειρήσει να την προσκομίσει κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στο ακροατήριο. Οι αντίδικοι  αμφισβητούν την νομιμότητα της ΥΑΣ στο παρόν στάδιο.

Παρακαλώ να με ενημερώσετε αν μπορώ νομίμως να προχωρήσω σε διεξαγωγή ΥΑΣ παρά τις αντιρρήσεις των εναγομένων.»

Απάντηση

Επί του υποβληθέντος πιο πάνω ερωτήματος ,προσήκει ,κατά την γνώμη μας, η εξής απάντηση :

Σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ.1(β)  του Νόμου 4640/2019 , στην Υποχρεωτική Αρχική Συνεδρία Διαμεσολάβησης - ΥΑΣΔ υπάγονται (και )

« Οι διαφορές που εκδικάζονται κατά την τακτική διαδικασία και υπάγονται στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου, αν η αξία του αντικειμένου της διαφοράς υπερβαίνει το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ......»

Σύμφωνα δε με το άρθρο 7 παρ.2 εδάφιο πρώτο του Νόμου,  « Το επισπεύδον μέρος υποβάλλει στον διαμεσολαβητή που έχει οριστεί από τα μέρη ή από την Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολάβησης, αίτημα προσφυγής στη διαδικασία της διαμεσολάβησης, αποστέλλοντάς του ηλεκτρονικά ή με άλλον πρόσφορο τρόπο συμπληρωμένο έντυπο, στο οποίο υποχρεωτικά αναγράφονται τα στοιχεία των μερών σύμφωνα με την περίπτωση 3 του άρθρου 118 ΚΠολΔ., καθώς και το αντικείμενο της διαφοράς και λαμβάνει απόδειξη παραλαβής» .

Ο ερωτών διαμεσολαβητής ,ο οποίος  διορίστηκε από την ΚΕΔ , δεν αναφέρει εάν ο ενάγων ( επισπεύδων ) του απέστειλε αίτημα προσφυγής στην διαδικασία της διαμεσολάβησης, μετά την εκ μέρους του  αποδοχή του διορισμού του .

Σε κάθε περίπτωση , η  συνακόλουθη επικοινωνία του διαμεσολαβητή με τα μέρη αφορά αποκλειστικά στον ορισμό της ημερομηνίας και του τόπου διεξαγωγής της ΥΑΣΔ ,σύμφωνα με το δεύτερο, το τρίτο και το τέταρτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 6 του Νόμου, που προβλέπουν  ότι « Ο διαμεσολαβητής επικοινωνεί με κάθε πρόσφορο μέσο με τα μέρη για τον ορισμό της ημερομηνίας και του τόπου διεξαγωγής της υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας διαμεσολάβησης. Σε περίπτωση μη συμφωνίας, ο διαμεσολαβητής ορίζει την ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας. Και στις δύο περιπτώσεις γνωστοποιεί τα παραπάνω στοιχεία στα μέρη εγγράφως πέντε (5) τουλάχιστον μέρες πριν από την υποχρεωτική αρχική συνεδρία, με συστημένη επιστολή ή ηλεκτρονικά και λαμβάνει απόδειξη παραλαβής της γνωστοποίησης».

Σε καμία διάταξη του Νόμου δεν προβλέπεται  δικαίωμα ή /και  υποχρέωση του διαμεσολαβητή να ερευνά/  ελέγχει εάν η προδικασία, που συνιστά  η ΥΑΣΔ, επιχειρείται εμπρόθεσμα. Εάν του το ζητήσουν οι διάδικοι ή έσω και ένας από αυτούς, θα φροντίσει να ορίσει χρόνο διεξαγωγής της ΥΑΣΔ και έκδοσης του Πρακτικού περαίωσης της   σε χρόνο τέτοιο ώστε να είναι εφικτή η κατάθεση του Πρακτικού μαζί με τις προτάσεις και μέσα στην νόμιμη προθεσμία κατάθεσης τους ( 100 ημέρες από την κατάθεση της αγωγής).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο διαμεσολαβητής πληροφορείται από τα μέρη ότι η πιο πάνω  προθεσμία των 100 ημερών έχει ήδη παρέλθει και ότι ο φάκελος του Δικαστηρίου σχετικά  με  την υπόθεση έχει κλείσει ( συνεπώς πρέπει να έχει παρέλθει και η δεκαπενθήμερη  προθεσμία  κατάθεσης προσθήκης αντίκρουση των προτάσεων ,σύμφωνα με το άρθρο 237 παρ.2 του ΚΠολΔ ).

Όπως επισημάνθηκε ανωτέρω, ο διαμεσολαβητής δεν έχει υποχρέωση , αλλά ούτε την δυνατότητα να ελέγξει την ορθότητα αυτών των πληροφοριών ,οι οποίες  δεν του επιτρέπουν να αρνηθεί να διεξάγει την ΥΑΣΔ ,εφόσον νόμιμα έχει διοριστεί από την ΚΕΔ, έχει αποδεχτεί εμπρόθεσμα τον διορισμό του και υπό  την  απαραίτητη προϋπόθεση ότι  το επισπεύδον μέρος του έχει αποστείλει προσηκόντως αίτημα υπαγωγής στην διαμεσολάβηση. .

 Με τις πιο πάνω  προϋποθέσεις, στην υπό συζήτηση υπόθεση ,ο διαμεσολαβητής οφείλει  να προβεί στην διεξαγωγή της ΥΑΣΔ, παρά την άρνηση των  εναγομένων,  η ενδεχόμενη μη παράσταση των οποίων  και οι συνέπειες της ( επιβολή χρηματικής ποινής )  θα αξιολογηθεί  από το Δικαστήριο και θα είναι  σε  απόλυτη συνάρτηση   με την κρίση του περί του παραδεκτού ή μη της διεξαγωγής της ΥΑΣΔ μετά την προθεσμία των 100 ημερών για την υποβολή των προτάσεων , με  προφανές αποτέλεσμα να μην έχει συνυποβληθεί με τις προτάσεις το Πρακτικό περαίωσης της .

Για την πληρότητα της απάντησης , αναφέρομε  το άρθρο 3 παρ.2 του Νόμου 4640/2019, που προβλέπει ότι  « Πριν από την προσφυγή στο Δικαστήριο, ο πληρεξούσιος δικηγόρος οφείλει να ενημερώσει τον εντολέα του εγγράφως για τη δυνατότητα διαμεσολαβητικής διευθέτησης της διαφοράς ή μέρους αυτής σύμφωνα με την παράγραφο 1, καθώς και για την υποχρέωση προσφυγής στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία και τη διαδικασία αυτής των άρθρων 6 και 7 του παρόντος. Το ενημερωτικό έγγραφο συμπληρώνεται και υπογράφεται από τον εντολέα και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του και κατατίθεται με το εισαγωγικό δικόγραφο της αγωγής που τυχόν ασκηθεί ή με τις προτάσεις το αργότερο μέχρι τη συζήτησή της, επί ποινή απαραδέκτου της συζήτησης της αγωγής.

Ίσως ο Νομοθέτης να παρέλειψε τον σύνδεσμο «και» στην φράση « κατατίθεται .........ή με τις προτάσεις («και» ) μέχρι τη συζήτηση ......»

Κατά την άποψη μας ,η διάταξη αυτή χορηγεί  στο Δικαστήριο την ευχέρεια  να αποδεχθεί το εν λόγω ενημερωτικό έγγραφο μέχρι την συζήτηση της υπόθεσης, οπότε  αποτρέπεται το απαράδεκτο της συζήτησης της αγωγής, έστω και εάν το ενημερωτικό έγγραφο δεν κατατέθηκε μαζί με τις προτάσεις .

Αντιθέτως ,το άρθρο 7 στην  παρ.4  προβλέπει ότι : « Μετά το πέρας της υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας συντάσσεται πρακτικό από τον διαμεσολαβητή που υπογράφεται από τον ίδιο και όλους τους συμμετέχοντες και αν επακολουθήσει άσκηση αγωγής ή αν έχει ήδη ασκηθεί, αυτό κατατίθεται στο δικαστήριο επί ποινή απαραδέκτου της συζήτησης της υπόθεσης μαζί με τις προτάσεις» , χωρίς να αφήνει περιθώρια ερμηνείας και δη  διασταλτικής  ως προς τον χρόνο κατάθεσης του Πρακτικού περαίωσης της ΥΑΣΔ.

ΑΡΙΘΜΟΣ 36/2021

Εκ μέρους της Επιτροπής Κυριάκος Οικονόμου Αρεοπαγίτης επί τιμή Εισηγήτρια: Βασιλική Αθανάσογλου, Αναπληρωματικό Μέλος ΚΕΔ, Διαπιστευμένη Διαμεσολαβήτρια, Δικηγόρος Αθηνών και Δικηγόρος Ντίσελντορφ (Rechtsanwältin)

Ερωτάται εάν σε αγωγή Τακτικής Μονομελούς με αντικείμενο εγγραφή

ιδανικού μεριδίου ακινήτου στο κτηματολόγιο, για τον προσδιορισμό της αξίας της διαφοράς λαμβάνουμε υπόψη την αξία του όλου ακινήτου ή του ιδανικού μεριδίου. Αν για παράδειγμα το ακίνητο έχει αντικειμενική αξία 50.000 ευρώ και το ιδανικό μερίδιο 5.000 ευρώ ποιο ποσό θα πρέπει να θεωρήσουμε ως αξία του αντικειμένου της διαφοράς, ώστε να γνωρίζουμε εάν θα πρέπει να διεξαχθεί Υποχρεωτική Αρχική Συνέδρια;

Απάντηση

Επί του υποβληθέντος ερωτήματος έχουμε την γνώμη ότι προσήκει η κατωτέρω αναφερομένη απάντηση:

Σύμφωνα με το άρθ. 6 §1 περ. β', υπάγονται στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης, εφόσον τα μέρη έχουν εξουσία διάθεσης του αντικειμένου της μεταξύ τους διαφοράς, οι διαφορές που εκδικάζονται κατά την τακτική διαδικασία και υπάγονται στην καθ' ύλην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου, αν η αξία του αντικειμένου της διαφοράς υπερβαίνει το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ και Πολυμελούς Πρωτοδικείου, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

Περαιτέρω, η καθ' ύλην αρμοδιότητα των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων εξαρτάται από την αξία του αντικειμένου της διαφοράς (ΚΠολΔ 8-11). Για την εκτίμηση του αντικειμένου της διαφοράς λαμβάνεται υπόψη το κύριο αίτημα της αγωγής. Δεν συνυπολογίζονται οι παρεπόμενες αιτήσεις για καρπούς, τόκους και έξοδα. Συνυπολογίζονται περισσότερες απαιτήσεις που επιδιώκονται με την ίδια αγωγή. Σε περίπτωση ομοδικίας, αν πρόκειται για διαιρετά δικαιώματα, λαμβάνεται υπόψη το αίτημα κάθε ενάγοντος ή το αιτούμενο από κάθε εναγόμενο, και αν οι απαιτήσεις υπάγονται στην καθ' ύλην αρμοδιότητα διαφόρων δικαστηρίων, αρμόδιο είναι το ανώτερο από αυτά.

Ακολούθως, επί διαιρετών δικαιωμάτων, όπως η κυριότητα, για τον προσδιορισμό της αξίας του αντικειμένου της διαφοράς υπολογίζεται το ιδανικό μερίδιο, το οποίο αποτελεί και το κύριο αίτημα της (αναγνωριστικής ή διεκδικητικής) αγωγής, και όχι το σύνολο της αξίας του ακινήτου, με την επιφύλαξη της περίπτωσης διανομής, και επομένως δεν απαιτείται η διενέργεια ΥΑΣΔ, παρά μόνο η έγγραφη ενημέρωση κατ' άρθ. 3 §2 Ν. 4640/2019.

ΑΡΙΘΜΟΣ 37/2021

Εκ μέρους της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων: Κυριάκος Οικονόμου, Αρεοπαγίτης, ε.τ. ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ: Κατερίνα Κωτσάκη, Δικηγόρος ε.τ., Διαπιστευμένη Διαμεσολαβήτρια Υπουργείου Δικαιοσύνης – MCIArb, Πιστοποιημένη Εκπαιδεύτρια Διαμεσολαβητών, Πρόεδρος της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΩΝ, Αν. Μέλος της ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ του Υπουργείου Δικαιοσύνης

α) Οι εξουσιοδοτήσεις με θεωρημένο το γνήσιο της υπογραφής και όλη η σειρά των νομιμοποιητικών εγγράφων των συμμετεχόντων μερών, συμπεριλαμβάνονται στις πληροφορίες των οποίων ο Διαμεσολαβητής λαμβάνει γνώση υπό εχεμύθειαν και τις οποίες υποχρεούται, βάσει των διατάξεων του ν. 4640/2019, να τηρεί απόρρητες ή είναι υποχρεωμένος, εγκαίρως, πριν από την Υποχρεωτική Αρχική Συνεδρία, να επιτρέπει στους νομικούς παραστάτες να λαμβάνουν γνώση αυτών;

 β) Σε περίπτωση που επιτραπεί από τον διαμεσολαβητή να λάβει γνώση ο νομικός παραστάτης των νομιμοποιητικών εγγράφων και προκύψει ότι τα νομιμοποιητικά έγγραφα τα οποία έχουν προσκομισθεί εν όψει της Υποχρεωτικής Αρχικής Συνεδρίας δεν είναι τα νόμιμα ή είναι ελλιπή, ποία είναι η περαιτέρω στάση του επισπεύδοντος μέρους εν όψει της ορισθείσης Υποχρεωτικής Αρχικής Συνεδρίας, εάν ο διαμεσολαβητής δεν δέχεται να υποδείξει στα άλλα μέρη τη διόρθωση-συμπλήρωση των νομιμοποιητικών εγγράφων των;

Απάντηση

Επί των υποβληθέντων ως άνω ερωτημάτων ,προσήκει ,κατά την γνώμη μας, η εξής απάντηση :

1.Σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 5 του Νόμου 4640/2019:  «Η διαδικασία της διαμεσολάβησης έχει κατ’ αρχήν εμπιστευτικό χαρακτήρα, δεν τηρούνται πρακτικά και πρέπει να διεξάγεται κατά τρόπο που να μην παραβιάζει το απόρρητο αυτής, εκτός αν τα μέρη συμφωνήσουν άλλως. Πριν από την έναρξη της διαδικασίας όλοι οι συμμετέχοντες δεσμεύονται εγγράφως να τηρήσουν το απόρρητο της διαδικασίας της διαμεσολάβησης. Την ίδια υποχρέωση έχει και οποιοσδήποτε τρίτος συμμετέχει στη διαδικασία. Τα μέρη, εφόσον το επιθυμούν, δεσμεύονται εγγράφως να τηρήσουν και το απόρρητο του περιεχομένου της συμφωνίας, στην οποία ενδέχεται να καταλήξουν….» ενώ σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 4  του ίδιου άρθρου «Πληροφορίες που αντλεί ο διαμεσολαβητής κατά τις επαφές του με το ένα μέρος δεν γνωστοποιούνται στο άλλο μέρος χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του μέρους που τις έδωσε ».

2.Περαιτέρω, η παράγραφος 6 του πιο πάνω άρθρου προβλέπει ότι :  «Εφόσον η διαφορά αχθεί ενώπιον των δικαστηρίων ή σε διαιτησία, ο διαμεσολαβητής, τα μέρη, οι νομικοί παραστάτες αυτών και όσοι συμμετείχαν με οποιονδήποτε τρόπο στη διαδικασία της διαμεσολάβησης δεν εξετάζονται ως μάρτυρες και εμποδίζονται να προσκομίσουν στοιχεία που προκύπτουν από τη διαδικασία της διαμεσολάβησης ή έχουν σχέση με αυτήν, ιδίως, να αναφερθούν στις συζητήσεις, δηλώσεις και προτάσεις των μερών, καθώς και στις απόψεις του διαμεσολαβητή, παρά μόνο εφόσον τούτο επιβάλλεται από λόγους δημόσιας τάξης, κυρίως για να εξασφαλιστεί η προστασία των ανηλίκων ή για να αποφευχθεί ο κίνδυνος να θιγεί η σωματική ακεραιότητα ή η ψυχική υγεία προσώπου».

3.. Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 3  του άρθρου 7 του Νόμου 4640/2019 προβλέπει ότι :  « Η υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης έχει εμπιστευτικό χαρακτήρα, δεν τηρούνται πρακτικά και εφαρμόζονται αναλόγως οι παράγραφοι 4, 6 και 7 του άρθρου 5 του παρόντος.»

4..Σύμφωνα με το άρθρο 16 του Νόμου 4640/2019 : «Ο διαμεσολαβητής υποχρεούται να τηρεί απόρρητες τις πληροφορίες που έχουν προκύψει από τη διαμεσολάβηση ή σε σχέση με αυτήν, συμπεριλαμβανομένου του γεγονότος ότι πρόκειται να διεξαχθεί ή έχει διεξαχθεί διαμεσολάβηση, εκτός αν υποχρεούται να πράξει διαφορετικά από διάταξη νόμου ή για λόγους δημόσιας τάξης ή εφόσον τα μέρη συναινούν ρητά στην αποκάλυψη των πληροφοριών».

5.Το  άρθρο 7παρ.2 εδ. β και γ του Νόμου 3898/2010 ,με τον οποίο αρχικά προσαρμόστηκε η Ελληνική Νομοθεσία προς τις διατάξεις της Οδηγίας 2008/52 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 2008 «για ορισμένα θέματα διαμεσολάβησης σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις» προέβλεπε την θέσπιση υποχρεωτικού Κώδικα Δεοντολογίας για τους διαπιστευμένους διαμεσολαβητές, καθώς και τις ειδικότερες προϋποθέσεις για την επιβολή κυρώσεων από την παράβαση των ρυθμίσεων του Κώδικα.

Σε εκτέλεση της ανωτέρω διάταξης, εκδόθηκε η Y.A. 109088/2011 του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων με τίτλο: «Διαδικασία αναγνώρισης τίτλων διαπίστευσης διαμεσολαβητών – Θέσπιση Κώδικα Δεοντολογίας διαπιστευμένων διαμεσολαβητών και Καθορισμός κυρώσεων για παραβάσεις αυτού», όπως ισχύει τροποποιημένη με την υπ’ αριθ. 107309/2012 Υ.Α. (Φ.Ε.Κ. Β’ 3417/21.12.2012.).

Στο άρθρο 4 παρ.1 του εν λόγω Κώδικα Δεοντολογίας προβλέπονται υποχρεώσεις του διαμεσολαβητή πανομοιότυπες με εκείνες, που προβλέπονται στο άρθρο 16 του Νόμου 4640/2019,οι οποίες  εκτέθηκαν ανωτέρω, ενώ το  άρθρο  5 του Κώδικα Δεοντολογίας προβλέπει ότι « «Σε περίπτωση παραβίασης των υποχρεώσεων του διαμεσολαβητή που επιβάλλονται από τον Κώδικα Δεοντολογίας, ο Υπουργός Δικαιοσύνης Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, αφού λάβει τη σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής Πιστοποίησης Διαμεσολαβητών, δύναται να προβεί σε οριστική ή προσωρινή ανάκληση της διαπίστευσης, ανάλογα με τη βαρύτητα της παράβασης ή την καθ’ υποτροπή συμπεριφορά του διαμεσολαβητή.

6. Από τα ανωτέρω προκύπτει σαφώς ότι ο διαμεσολαβητής έχει αυστηρή υποχρέωση εχεμύθειας και τήρησης του απορρήτου της διαδικασίας, τόσο της εκούσιας πλήρους διαμεσολάβησης, όσο και της  Υποχρεωτικής Αρχικής Συνεδρίας Διαμεσολάβησης ( ΥΑΣΔ), στις υποθέσεις στις οποίες αυτή προβλέπεται από το άρθρο 6 του Νόμου 4640/2019 ,υποχρεούμενος να τηρεί απόρρητες τις πληροφορίες που έχουν προκύψει από τη διαμεσολάβηση ή σε σχέση με αυτήν, ακόμη και του  γεγονότος ότι πρόκειται να διεξαχθεί ή έχει διεξαχθεί διαμεσολάβηση.

Περαιτέρω ,προκύπτει ότι, σε περίπτωση κατά την οποία η διαφορά αχθεί ενώπιον των Δικαστηρίων η σε Διαιτησία, ο διαμεσολαβητής, και όσοι συμμετείχαν με οποιονδήποτε τρόπο στη διαδικασία της διαμεσολάβησης δεν εξετάζονται ως μάρτυρες και εμποδίζονται να προσκομίσουν στοιχεία που προκύπτουν από τη διαδικασία της διαμεσολάβησης ή έχουν σχέση με αυτήν.

Είναι, δηλαδή,  τόσο απόλυτη η υποχρέωση εχεμύθειας και τήρησης του απορρήτου από τον διαμεσολαβητή  και των λοιπών προσώπων ,που συμμετείχαν στην διαδικασία διαμεσολάβησης ώστε απαλλάσσονται, της υποχρέωσης, που  προβλέπει το άρθρο 398 του ΚΠολΔ, ότι οποιοσδήποτε κληθεί να καταθέσει ως  μάρτυρας υποχρεούται  να προσέλθει και  να καταθέσει ως μάρτυρας για τα πραγματικά περιστατικά που γνωρίζει, άλλως καταδικάζεται να καταβάλει τα έξοδα, που προκλήθηκαν από την απουσία του εάν αυτή είναι αδικαιολόγητη,  ακόμη  δε και σε χρηματική ενδεχομένως ποινή.

Ειδικώτερα, ο διαμεσολαβητής – πέραν την απαγόρευσης του άρθρου 5 παράγραφος 6 του Νόμου 4640/2019,εξαιρείται από την υποχρέωση κατάθεσης του άρθρου 398 του ΚΠολΔ, κατ’ ανάλογη εφαρμογή  της περίπτωσης (1) του άρθρου 400 του ΚΠολΔ, που εξαιρεί από την υποχρέωση μαρτυρίας κατηγορίες επαγγελματιών και των βοηθών τους σχετικά με πραγματικά γεγονότα ,για τα οποία έχουν καθήκον εχεμύθειας. Και ναι μεν στην περίπτωση(1) του άρθρου 400 δεν προβλέπεται το επάγγελμα του διαμεσολαβητή διότι ,κατά την θέση σε ισχύ του εν λόγω άρθρου, δεν υπήρχε αναγνωρισμένο  αυτόνομο επάγγελμα διαμεσολαβητή, ενώ ήδη το άρθρο 19 του Νόμου 4640/2019 ορίζει ρητά  ότι « επιτρέπεται η άσκηση αποκλειστικά και μόνο του επαγγέλματος του διαμεσολαβητή», ενώ με  απόφαση του Υπουργού Οικονομικών δημιουργήθηκε Κωδικός Αριθμός Δραστηριότητας( ΚΑΔ)για το επάγγελμα του διαπιστευμένου διαμεσολαβητή, κατ’ εφαρμογή του δευτέρου εδαφίου του πιο πάνω άρθρου του Νόμου .

Κατά διασταλτική, λοιπόν, ερμηνεία ή /και κατ’ ανάλογη εφαρμογή της περίπτωσης (1)  του άρθρου 400 του ΚΠολΔ, ο διαμεσολαβητής δεν εξετάζεται ως μάρτυρας, κατά τα ανωτέρω.

7.Από τα ανωτέρω, προκύπτει , επίσης, αδιαμφισβήτητα ότι η εκ μέρους του διαμεσολαβητή  παράβαση της υποχρέωσης  εχεμύθειας και διαφύλαξης του απορρήτου επισύρει για αυτόν σοβαρότατες ποινές δυνάμενες να φθάσουν μέχρι οριστικής ανάκλησης της διαπίστευσης του.

8.Εξαιρέσεις από την υποχρέωση εχεμύθειας και διαφύλαξης του απορρήτου προβλέπονται από τον Νόμο μόνο σε περιπτώσεις όπου αυτό επιβάλλεται από λόγους δημόσιας τάξης, κυρίως για να εξασφαλιστεί η προστασία των ανηλίκων ή για να αποφευχθεί ο κίνδυνος να θίγει η σωματική ακεραιότητα ή η ψυχική υγεία προσώπου, εάν τα μέρη συναινούν ρητά στην αποκάλυψη των πληροφοριών και ,γενικότερα ,εάν ο διαμεσολαβητής υποχρεούται να πράξει διαφορετικά από διάταξη νόμου.

9.Τέλος,πληροφορίες που αντλεί ο διαμεσολαβητής κατά τις επαφές του με το ένα μέρος δεν γνωστοποιούνται στο άλλο μέρος χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του μέρους που τις έδωσε, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα .

10.Στην περίπτωση που εκτέθηκε από την ερωτώσα δικηγόρο, οι τρεις εναγόμενοι ( φυσικό πρόσωπο ο πρώτος ,ανώνυμη ναυτιλιακή εταιρεία η δεύτερη και οργανισμός αμοιβαίας προστασίας και αποζημίωσης πλοιοκτητών, με έδρα στο Λουξεμβούργο ) έχουν παραδώσει τα νομιμοποιητικά έγγραφα τους  στον διαμεσολαβητή, ο οποίος  διορίστηκε  για να διεξάγει την ΥΑΣΔ.

Η ενάγουσα ερωτώσα δικηγόρος ζήτησε από τον διαμεσολαβητή να λάβει γνώση των νομιμοποιητικών εγγράφων των αντιδίκων της για την παράσταση τους στην ΥΑΣΔ.

Ο διαμεσολαβητής ορθώς αρνήθηκε, άλλως θα παρέμβαινε την υποχρέωση εχεμύθειας και της υποχρέωσης διασφάλισης του απορρήτου όλων των στοιχείων, που περιέρχονται σε γνώση του σε σχέση με την διαμεσολάβηση ή με την ΥΑΣΔ και λόγω της διεξαγωγής τους, διότι είναι σαφές ότι τα εν λόγω νομιμοποιητικά έγγραφα περιήλθαν σε γνώση του διαμεσολαβητή αποκλειστικά  λόγω της επικείμενης διεξαγωγής της ΥΑΣΔ.

Μόνο με την ρητή συναίνεση των εναγομένων θα μπορούσε ο διαμεσολαβητής – χωρίς να διατρέξει τον κίνδυνο επιβολής σε αυτόν πειθαρχικών ποινών – να επιτρέψει στην ενάγουσα να λάβει γνώση των νομιμοποιητικών εγγράφων των αντιδίκων της και ορθώς δηλώνει ότι θα μπορέσει να της επιδείξει τα εν λόγω έγγραφα πριν από την έναρξη της ΥΑΣΔ με την προϋπόθεση ότι συμφωνούν οι εναγόμενοι σε αυτό.

Συμπληρωματικώς αναφερόμαστε και στην υπ’  αριθ. 20/2021 ανηρτημένη στον οικείο ιστότοπο Απάντηση της Επιτροπής.

ΑΡΙΘΜΟΣ 38/2021

Εκ μέρους της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων: Κυριάκος Οικονόμου, Αρεοπαγίτης, ε.τ. ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ K. Οικονόμου

Απαιτείται ΥΑΣ σε περίπτωση αγωγής διανομής ακινήτων αξίας 240.000 € μεταξύ φυσικών προσώπων, στην οποία προσεπικαλείται το Ελληνικό Δημόσιο λόγω επιβολής κατάσχεσης εκ μέρους του επί ενός εκ των διανεμητέων ακινήτων σε βάρος ενός εκ των κοινωνών κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 491 παρ. 1 ΚΠολΔ;

Απάντηση

Επί του υποβληθέντος ερωτήματος έχομε την γνώμη ότι προσήκει η κατωτέρω αναφερομένη απάντηση:

Κατά τη διάταξη του άρθρου 491 παρ. 1 ΚΠολΔ, στη δίκη διανομής προεπικαλούνται υποχρεωτικά με επιμέλεια εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση, μεταξύ άλλων, και όσοι είχαν επιβάλλει συντηρητική ή αναγκαστική κατάσχεση στη μερίδα κάποιου από τους κοινωνούς. Η διάταξη αυτή θεσπίστηκε, διότι ο νομοθέτης, ενόψει των σοβαρών συνεπειών που επιφέρει η διανομή του κοινού πράγματος, θέλησε οι αναφερόμενοι σ’ αυτή τρίτοι, όχι να λαμβάνουν απλώς γνώση της δίκης διανομής, αλλά και να συμμετέχουν υποχρεωτικώς σ’ αυτή, προκειμένου να υποβάλουν αυτοτελείς αιτήσεις για την προάσπιση των δικαιωμάτων τους.

Η άσκηση της τοιαύτης προσεπικλήσεως έχει, κατά το άρθρο 89 εδάφ. τελευταίο ΚΠολΔ, τα αποτελέσματα που έχει και η άσκηση της αγωγής, εντεύθεν ο συντηρητικώς ή αναγκαστικώς κατασχών  κοινό ακίνητο ή μερίδα τούτου, από την επίδοση αναγκαία σ’ αυτόν της προσεπικλήσεως, καθίσταται  αναγκαίος ομόδικος των συγκυριών, ανάμεσα στους οποίους διεξάγεται η δίκη της διανομής του κοινού πράγματος, υπό την έννοια του άρθρου 76 παρ. 1 του ίδιου κώδικα και έτσι αποκτά την ιδιότητα του διαδίκου, έστω και αν δεν άσκησε παρέμβαση.

Οι διατάξεις του ν. 4640/2019 δεν περιλαμβάνουν ρυθμίσεις περί συμμετοχής τρίτων στην διαμεσολάβηση, ως πράττουν οι σχετικές διατάξεις του ΚΠοΛΔ.

Εκ της γραμματικής και τελολογικής  ερμηνείας της διατάξεως του άρθρου 6 παρ. 2 ν. 4640/2019, αλλά και εκ της βουλήσεως του νομοθέτη, προκύπτει σαφώς ότι εφ’  όσον στις διαφορές της παραγράφου 1 διάδικο μέρος είναι το Δημόσιο κλπ, τότε  αυτές εξαιρούνται από την  ΥΑΣ, ανεξαρτήτως του εάν στην δίκη συμμετέχει ως  ομόδικος  τούτου φυσικό  πρόσωπο. Στη συγκεκριμένη ρύθμιση κρίσιμο στοιχείο δεν είναι ο χαρακτήρας μιας διαφοράς ως ιδιωτικής ή δημόσιας, αλλά η ίδια η εμπλοκή του Δημοσίου ως διαδίκου, γεγονός που αρκεί για την εξαίρεση της διαφοράς από την υποχρέωση διενέργειας αρχικής συνεδρίας. Συμφώνως προς την ερμηνεία αυτή  δεν τίθεται ζήτημα αναγκαίας ή απλής ομοδικίας του Δημοσίου με τα συμμετέχοντα πρόσωπα. Κρίνεται ότι, κατά αυτό τον τρόπο αποτρέπεται η ανασφάλεια διαδίκων και δικαστηρίων για την τήρηση της υποχρεωτικότητας της διαμεσολάβησης.

Συνεπώς,  στη διαφορά  στην  οποία αναφέρεται το ανωτέρω ερώτημα, εφ’  όσον το Δημόσιο καθίσταται υποχρεωτικώς διάδικο μέρος,  αυτή εξαιρείται από την υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης.

Επισημαίνεται ότι παραμένει στην διακριτική ευχέρεια του επισπεύδοντος να προσφύγει, εκ λόγων προνοίας και προς δικονομική του εξασφάλιση, στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης, προσκαλώντας προς τούτο τα εκ των διαδίκων  φυσικά πρόσωπα.

Συμπληρωματικώς, αναφερόμαστε στις αιτιολογικές σκέψεις των  ανηρτημένων  στον οικείο τόπο υπ’ αριθ. 8 και 29 Γνωμοδοτήσεων.

ΑΡΙΘΜΟΣ 39/2021

Εκ μέρους της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων: Κυριάκος Οικονόμου, Αρεοπαγίτης, ε.τ. Εισηγήτρια: Βασιλική Αθανάσογλου, Αναπληρωματικό Μέλος ΚΕΔ, Διαπιστευμένη Διαμεσολαβήτρια, Δικηγόρος Αθηνών και Δικηγόρος Ντίσελντορφ (Rechtsanwaltin)

Σε αγωγή τακτικής διαδικασίας του μονομελούς πρωτοδικείου, που υπάγεται σε ΥΑΣ, όπου (α) ο εναγόμενος πρόκειται να ασκήσει ανταγωγή, και (β) στην κύρια αγωγή του ο ενάγων έχει ορίσει διαμεσολαβητή, τι πρέπει να κάνει ο αντενάγων για το παραδεκτό της ανταγωγής;

Θα πρέπει να ορίσει στην ανταγωγή τον ίδιο διαμεσολαβητή, μπορεί άλλον, ή μπορεί και να παραλείψει τον ορισμό, γενικώς τι πρόσθετες υποχρεώσεις από αυτές ως εναγομένου έχει ως αντενάγων, και τέλος, ενόψει της ανταγωγής, πώς διαμορφώνονται οι προθεσμίες

Απάντηση

Επί του υποβληθέντος ερωτήματος έχουμε την γνώμη ότι προσήκει η κατωτέρω αναφερομένη απάντηση:

Κατά τα γενικώς κρατούντα στην πολιτική δικονομία, η ανταγωγή συνιστά αυτοτελή αίτηση παροχής έννομης προστασίας του εναγομένου κατά του ενάγοντος, η οποία εισάγεται στο δικαστήριο της κύριας δίκης για να συνεκδικασθεί. Με αυτήν εισάγεται νέο αντικείμενο δίκης προς δικαστική διάγνωση και νέα αξίωση δικαστικής προστασίας διαφορετική της αγωγής, και θεμελιώνεται νέα έννομη σχέση δίκης, που ενώνεται και συνεκδικάζεται σε κοινή διαδικασία με αυτήν την αγωγής. Παράλληλα, δεν είναι προαπαιτούμενη και ούτε δεδομένη η ύπαρξη συνάφειας μεταξύ αγωγής και ανταγωγής .

Από τον παραπάνω χαρακτήρα της ανταγωγής προκύπτει ότι για τον αντενάγοντα και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του εξακολουθούν να ισχύουν, αυτοτελώς για αυτούς και για την ανταγωγή, όλες οι υποχρεώσεις που πηγάζουν από τον ν. 4640/2019, ειδικότερα δε η υποχρέωση της έγγραφης ενημέρωσης του άρθ. 3 παρ. 2 και της διεξαγωγής Υποχρεωτικής Αρχικής Συνεδρίας Διαμεσολάβησης (ΥΑΣΔ) για το παραδεκτό της συζήτησης της ανταγωγής (βλ. και σκέψεις της γνώμης αρ. 32/2021).

Δεδομένου ότι η ανταγωγή δεν εξαρτά την αυθυπαρξία της από την αγωγή (βλ. 268 παρ. 4 ΚΠολΔ), αλλά προς τον σκοπό εξυπηρέτησης των αρχών της οικονομίας της δίκης που διέπουν την ανταγωγή, κατ' αρχήν προκρίνεται η διεξαγωγή κοινής ΥΑΣΔ, με ρητή αναφορά στο πρακτικό τόσο της αγωγής όσο και της ανταγωγής. Σε κάθε περίπτωση, είτε προτιμηθεί κοινή ΥΑΣΔ με τον ίδιο διαμεσολαβητή, είτε ξεχωριστή ΥΑΣΔ με άλλον διαμεσολαβητή, θα πρέπει να τηρηθεί όλη η προβλεπόμενη στο άρθ. 7 ν. 4640/2019 διαδικασία.

Περαιτέρω, στην ΚΠολΔ 238 παρ. 1 εδαφ. δ΄ δεν διευκρινίζεται με σαφήνεια η αφετηρία υπολογισμού της προθεσμίας κατάθεσης των προτάσεων επί της ανταγωγής, η οποία, κατ' ορθή ερμηνεία, εκκινεί με την κατάθεση της (κύριας) αγωγής. Εξάλλου, κατ’  άρθ. 9 ν. 4640/2019, η έγγραφη γνωστοποίηση του διαμεσολαβητή προς τα μέρη για τη διεξαγωγή της υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας αναστέλλει τις δικονομικές προθεσμίας των άρθ. 237 και 238 ΚΠολΔ, για όσο χρόνο διαρκεί η διαμεσολάβηση. Με αυτό το δεδομένο, προκύπτει ότι, στην περίπτωση που διεξαχθούν δύο διαφορετικές ΥΑΣΔ για την (κύρια) αγωγή και την ανταγωγή, ενδέχεται να διαρκέσει η κάθε μία διαφορετικό χρονικό διάστημα, ώστε να επέλθει αναντιστοιχία στον χρόνο αναστολής των προθεσμιών των ΚΠολΔ 237 και 238 για την (κύρια) αγωγή και ανταγωγή.

Ακολούθως, και μετά από τις παραπάνω παρατηρήσεις, θα πρέπει να διακρίνουμε αν η ΥΑΣΔ της (κύριας) αγωγής πραγματοποιείται πριν ή μετά την άσκηση της ανταγωγής. Στην περίπτωση που η ΥΑΣΔ της (κύριας) αγωγής πραγματοποιείται μετά την άσκηση της ανταγωγής, τότε θα πρέπει να διεξαχθεί μία και μόνη ΥΑΣΔ υπό τον ίδιο διαμεσολαβητή, προς επίτευξη της οικονομίας της δίκης (βλ. και σκέψεις της γνώμης αρ. 32/2021). Στην αντίθετη περίπτωση όμως, για να μην καταστρατηγηθούν οι προθεσμίες του άρθ. 237 παρ. 4 ΚΠολΔ, προσήκει η αναστολή της προθεσμίας της ΚΠολΔ 237 παρ. 1 και για την (κύρια αγωγή) για το χρονικό διάστημα που διαρκεί η ΥΑΣΔ της ανταγωγής, ώστε οι δύο προθεσμίες να συμπορεύονται και να επιτευχθεί ο στόχος της κοινής τους συνεκδίκασης.

ΑΡΙΘΜΟΣ 40 /2021

Εκ μέρους της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων: Κυριάκος Οικονόμου, Αρεοπαγίτης, ε.τ. ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ: Κατερίνα Κωτσάκη Δικηγόρος ε.τ. Διαπιστευμένη Διαμεσολαβήτρια Υπουργείου Δικαιοσύνης –MCIArb Πιστοποιημένη Εκπαιδεύτρια Διαμεσολαβητών « Πρόεδρος ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΩΝ» «αναπλ. Μέλος της ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ του ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ».

Α) Αναφέρονται τα εξής πραγματικά δεδομένα:  Ότι έχει ασκηθεί αγωγή ενώπιον του Ειρηνοδικείου στην οποία ο ενάγων υποστηρίζει ότι ο εναγόμενος, κατέλαβε  τμήμα δημοτικής κοινόχρηστης διόδου αποκλείοντας την είσοδο του ενάγοντος σε αυτήν και έτσι παρεμποδίζεται η ελεύθερη χρήση της διόδου σε όλο το μήκος και πλάτος της με αποτέλεσμα την προσβολή της προσωπικότητάς του,  ζητείται   δε  η άρση της προσβολής από τον εναγόμενο η επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα τους κατάσταση, καθώς και η καταβολή ποσού ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής  βλάβης. Ότι  έχει εκδοθεί ήδη απόφαση από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Ειρηνοδικείο) και έχει ήδη ασκηθεί έφεση από τον ενάγοντα η οποία ακόμη δεν έχει εκδικαστεί. Ότι  αμφότερα τα μέρη επιθυμούν την επίλυση της διαφοράς τους με εκούσια διαμεσολάβηση.

Β) Εν όψει των ανωτέρω, Ερωτάται : Είναι εφικτή η επίλυσή της διαφοράς με διαμεσολάβηση;   Όταν η εν λόγω υπόθεση έχει φθάσει στο στάδιο και εκκρεμεί ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου είναι εφικτή η επίλυσή της με εκούσια διαμεσολάβηση; Στην περίπτωση αυτή ποιά η ισχύς του πρακτικού διαμεσολάβησης, δεδομένου ότι υφίσταται ήδη η πρωτοβάθμια απόφαση του Ειρηνοδικείου η οποία έχει αποφανθεί επί της ουσίας και εκκρεμεί η εκδίκαση της εφέσεως κατά αυτής;

Απάντηση

Επί του  υποβληθέντος ερωτήματος έχομε την γνώμη ότι προσήκει η κατωτέρω αναφερομένη απάντηση:

Όπως ορίζεται στις διατάξεις των άρθρων 3  παρ. 1 και 6  παρ. 1 του ν. 4640/2019, προκειμένου να προσφύγουν στην διαμεσολάβηση, τα μέρη πρέπει να έχουν την εξουσία να διαθέτουν ελεύθερα το αντικείμενο της διαφοράς, δηλαδή αυτό να είναι απαλλοτριωτό, όπως κατά κύριο λόγο είναι τα περιουσιακά δικαιώματα, ενοχικά και εμπράγματα, όχι όμως και εκείνα που ανάγονται στο δίκαιο προστασίας της προσωπικότητας.

 Οι αξιώσεις από ηθική βλάβη φυσικού προσώπου λόγω προσβολής προσωπικότητας (άρθρα 932 και 59 ΑΚ) δεν μπορούν ν' αποτελέσουν αντικείμενο διαμεσολάβησης, καθώς συνδέονται άρρηκτα με το δικαίωμα στην προσωπικότητας( υπ’ αριθ. 22/2021 Απάντηση Επιτροπής).

 Εξ  άλλου,    στο άρθρο 967 ΑΚ αναφέρονται ως πράγματα κοινής χρήσης, μεταξύ άλλων, και οι δρόμοι( οδοί) ανεξάρτητα από το εάν πρόκειται για εθνικούς, επαρχιακούς, δημοτικούς ή κοινοτικούς. Αντίθετα, η ιδιωτική οδός δεν είναι κοι­νόχρηστη.

Με την καθιέρωση ενός πράγματος ως κοινόχρηστου δημιουργείται και η σχέση του πολίτη προς το κοινόχρηστο, που συνίσταται στην εξουσία να το χρησιμοποιεί ελεύθερα, η οποία απορρέει από το δικαίωμα της προσωπικότητας (ΑΚ 57).

Από τη φύση αυτή της εξουσίας για συμμετοχή στην κοινή χρήση προκύπτει: ότι σε περίπτωση προσβολής προστατεύεται όπως και το δικαίωμα του ατόμου στην προσωπικότητά του (ΑΚ 57, 59, 914).

Στη συγκεκριμένη υπόθεση, δεν υπάρχει εξουσία διάθεσης του αντικειμένου της διαφοράς από προσβολή της προσωπικότητας, η οποία ως γενεσιουργό αιτία έχει την άδικη πράξη του υπαίτιου αυτής( άρθρα 57, 914 ΑΚ) και επομένως δεν υπάρχει δυνατότητα προσφυγής στη διαμεσολάβηση.

Παρά ταύτα, κρίνεται ότι  οι διάδικοι δύνανται να προσφύγουν στη διαμεσολάβηση, εισάγοντας την διαφορά τους όχι υπό την νομική μορφή της προσβολής προσωπικότητος, αλλά ως διαφορά που αφορά στην χρήση της συγκεκριμένης οδού, εν όψει αμφισβητουμένων ιδιωτικών δικαιωμάτων. Το πρακτικό διαμεσολάβησης που τυχόν θα συνταγή, σε περίπτωση ευδοκιμήσεως δεν θα  αναφέρεται  στην προσβολή προσωπικότητας και στην αξίωση ποσού χρηματικής ικανοποιήσεως συνεπεία προσβολής δικαιώματος κοινής χρήσεως της οδού, αλλά στην άσκηση (απαλλοτριωτών)  ιδιωτικών δικαιωμάτων των διαδίκων   σχετικά με  τον συγκεκριμένο δρόμο. Σε περίπτωση επιτυχίας  παύει  να αναπτύσσει τις έννομες συνέπειες της η επί της ανωτέρω αγωγής συγκεκριμένη  δικαστική απόφαση, τούτο δε μπορούν να αναφέρουν ρητώς τα μέρη στο πρακτικό διαμεσολάβησης, επιλύοντας την μεταξύ τους διαφορά, την οποία εισάγουν στη διαμεσολάβηση υπό διαφορετική νομική μορφή των εκατέρωθεν δικαιωμάτων.

 Τέλος, επισημαίνεται ότι από το άρθρο 4 παρ. 2 του Νόμου 4640/2019 συνάγεται ότι εκούσια διαμεσολάβηση δύναται να διεξαχθεί σε κάθε στάση της δίκης ( και σε κάθε βαθμό ) εφ’ όσον διαρκεί η εκκρεμοδικία.