Επί των υποβληθέντων ως άνω ερωτημάτων ,προσήκει ,κατά την γνώμη μας, η εξής απάντηση :
1.Σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 5 του Νόμου 4640/2019: «Η διαδικασία της διαμεσολάβησης έχει κατ’ αρχήν εμπιστευτικό χαρακτήρα, δεν τηρούνται πρακτικά και πρέπει να διεξάγεται κατά τρόπο που να μην παραβιάζει το απόρρητο αυτής, εκτός αν τα μέρη συμφωνήσουν άλλως. Πριν από την έναρξη της διαδικασίας όλοι οι συμμετέχοντες δεσμεύονται εγγράφως να τηρήσουν το απόρρητο της διαδικασίας της διαμεσολάβησης. Την ίδια υποχρέωση έχει και οποιοσδήποτε τρίτος συμμετέχει στη διαδικασία. Τα μέρη, εφόσον το επιθυμούν, δεσμεύονται εγγράφως να τηρήσουν και το απόρρητο του περιεχομένου της συμφωνίας, στην οποία ενδέχεται να καταλήξουν….» ενώ σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου «Πληροφορίες που αντλεί ο διαμεσολαβητής κατά τις επαφές του με το ένα μέρος δεν γνωστοποιούνται στο άλλο μέρος χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του μέρους που τις έδωσε ».
2.Περαιτέρω, η παράγραφος 6 του πιο πάνω άρθρου προβλέπει ότι : «Εφόσον η διαφορά αχθεί ενώπιον των δικαστηρίων ή σε διαιτησία, ο διαμεσολαβητής, τα μέρη, οι νομικοί παραστάτες αυτών και όσοι συμμετείχαν με οποιονδήποτε τρόπο στη διαδικασία της διαμεσολάβησης δεν εξετάζονται ως μάρτυρες και εμποδίζονται να προσκομίσουν στοιχεία που προκύπτουν από τη διαδικασία της διαμεσολάβησης ή έχουν σχέση με αυτήν, ιδίως, να αναφερθούν στις συζητήσεις, δηλώσεις και προτάσεις των μερών, καθώς και στις απόψεις του διαμεσολαβητή, παρά μόνο εφόσον τούτο επιβάλλεται από λόγους δημόσιας τάξης, κυρίως για να εξασφαλιστεί η προστασία των ανηλίκων ή για να αποφευχθεί ο κίνδυνος να θιγεί η σωματική ακεραιότητα ή η ψυχική υγεία προσώπου».
3.. Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 7 του Νόμου 4640/2019 προβλέπει ότι : « Η υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης έχει εμπιστευτικό χαρακτήρα, δεν τηρούνται πρακτικά και εφαρμόζονται αναλόγως οι παράγραφοι 4, 6 και 7 του άρθρου 5 του παρόντος.»
4..Σύμφωνα με το άρθρο 16 του Νόμου 4640/2019 : «Ο διαμεσολαβητής υποχρεούται να τηρεί απόρρητες τις πληροφορίες που έχουν προκύψει από τη διαμεσολάβηση ή σε σχέση με αυτήν, συμπεριλαμβανομένου του γεγονότος ότι πρόκειται να διεξαχθεί ή έχει διεξαχθεί διαμεσολάβηση, εκτός αν υποχρεούται να πράξει διαφορετικά από διάταξη νόμου ή για λόγους δημόσιας τάξης ή εφόσον τα μέρη συναινούν ρητά στην αποκάλυψη των πληροφοριών».
5.Το άρθρο 7παρ.2 εδ. β και γ του Νόμου 3898/2010 ,με τον οποίο αρχικά προσαρμόστηκε η Ελληνική Νομοθεσία προς τις διατάξεις της Οδηγίας 2008/52 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 2008 «για ορισμένα θέματα διαμεσολάβησης σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις» προέβλεπε την θέσπιση υποχρεωτικού Κώδικα Δεοντολογίας για τους διαπιστευμένους διαμεσολαβητές, καθώς και τις ειδικότερες προϋποθέσεις για την επιβολή κυρώσεων από την παράβαση των ρυθμίσεων του Κώδικα.
Σε εκτέλεση της ανωτέρω διάταξης, εκδόθηκε η Y.A. 109088/2011 του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων με τίτλο: «Διαδικασία αναγνώρισης τίτλων διαπίστευσης διαμεσολαβητών – Θέσπιση Κώδικα Δεοντολογίας διαπιστευμένων διαμεσολαβητών και Καθορισμός κυρώσεων για παραβάσεις αυτού», όπως ισχύει τροποποιημένη με την υπ’ αριθ. 107309/2012 Υ.Α. (Φ.Ε.Κ. Β’ 3417/21.12.2012.).
Στο άρθρο 4 παρ.1 του εν λόγω Κώδικα Δεοντολογίας προβλέπονται υποχρεώσεις του διαμεσολαβητή πανομοιότυπες με εκείνες, που προβλέπονται στο άρθρο 16 του Νόμου 4640/2019,οι οποίες εκτέθηκαν ανωτέρω, ενώ το άρθρο 5 του Κώδικα Δεοντολογίας προβλέπει ότι « «Σε περίπτωση παραβίασης των υποχρεώσεων του διαμεσολαβητή που επιβάλλονται από τον Κώδικα Δεοντολογίας, ο Υπουργός Δικαιοσύνης Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, αφού λάβει τη σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής Πιστοποίησης Διαμεσολαβητών, δύναται να προβεί σε οριστική ή προσωρινή ανάκληση της διαπίστευσης, ανάλογα με τη βαρύτητα της παράβασης ή την καθ’ υποτροπή συμπεριφορά του διαμεσολαβητή.
6. Από τα ανωτέρω προκύπτει σαφώς ότι ο διαμεσολαβητής έχει αυστηρή υποχρέωση εχεμύθειας και τήρησης του απορρήτου της διαδικασίας, τόσο της εκούσιας πλήρους διαμεσολάβησης, όσο και της Υποχρεωτικής Αρχικής Συνεδρίας Διαμεσολάβησης ( ΥΑΣΔ), στις υποθέσεις στις οποίες αυτή προβλέπεται από το άρθρο 6 του Νόμου 4640/2019 ,υποχρεούμενος να τηρεί απόρρητες τις πληροφορίες που έχουν προκύψει από τη διαμεσολάβηση ή σε σχέση με αυτήν, ακόμη και του γεγονότος ότι πρόκειται να διεξαχθεί ή έχει διεξαχθεί διαμεσολάβηση.
Περαιτέρω ,προκύπτει ότι, σε περίπτωση κατά την οποία η διαφορά αχθεί ενώπιον των Δικαστηρίων η σε Διαιτησία, ο διαμεσολαβητής, και όσοι συμμετείχαν με οποιονδήποτε τρόπο στη διαδικασία της διαμεσολάβησης δεν εξετάζονται ως μάρτυρες και εμποδίζονται να προσκομίσουν στοιχεία που προκύπτουν από τη διαδικασία της διαμεσολάβησης ή έχουν σχέση με αυτήν.
Είναι, δηλαδή, τόσο απόλυτη η υποχρέωση εχεμύθειας και τήρησης του απορρήτου από τον διαμεσολαβητή και των λοιπών προσώπων ,που συμμετείχαν στην διαδικασία διαμεσολάβησης ώστε απαλλάσσονται, της υποχρέωσης, που προβλέπει το άρθρο 398 του ΚΠολΔ, ότι οποιοσδήποτε κληθεί να καταθέσει ως μάρτυρας υποχρεούται να προσέλθει και να καταθέσει ως μάρτυρας για τα πραγματικά περιστατικά που γνωρίζει, άλλως καταδικάζεται να καταβάλει τα έξοδα, που προκλήθηκαν από την απουσία του εάν αυτή είναι αδικαιολόγητη, ακόμη δε και σε χρηματική ενδεχομένως ποινή.
Ειδικώτερα, ο διαμεσολαβητής – πέραν την απαγόρευσης του άρθρου 5 παράγραφος 6 του Νόμου 4640/2019,εξαιρείται από την υποχρέωση κατάθεσης του άρθρου 398 του ΚΠολΔ, κατ’ ανάλογη εφαρμογή της περίπτωσης (1) του άρθρου 400 του ΚΠολΔ, που εξαιρεί από την υποχρέωση μαρτυρίας κατηγορίες επαγγελματιών και των βοηθών τους σχετικά με πραγματικά γεγονότα ,για τα οποία έχουν καθήκον εχεμύθειας. Και ναι μεν στην περίπτωση(1) του άρθρου 400 δεν προβλέπεται το επάγγελμα του διαμεσολαβητή διότι ,κατά την θέση σε ισχύ του εν λόγω άρθρου, δεν υπήρχε αναγνωρισμένο αυτόνομο επάγγελμα διαμεσολαβητή, ενώ ήδη το άρθρο 19 του Νόμου 4640/2019 ορίζει ρητά ότι « επιτρέπεται η άσκηση αποκλειστικά και μόνο του επαγγέλματος του διαμεσολαβητή», ενώ με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών δημιουργήθηκε Κωδικός Αριθμός Δραστηριότητας( ΚΑΔ)για το επάγγελμα του διαπιστευμένου διαμεσολαβητή, κατ’ εφαρμογή του δευτέρου εδαφίου του πιο πάνω άρθρου του Νόμου .
Κατά διασταλτική, λοιπόν, ερμηνεία ή /και κατ’ ανάλογη εφαρμογή της περίπτωσης (1) του άρθρου 400 του ΚΠολΔ, ο διαμεσολαβητής δεν εξετάζεται ως μάρτυρας, κατά τα ανωτέρω.
7.Από τα ανωτέρω, προκύπτει , επίσης, αδιαμφισβήτητα ότι η εκ μέρους του διαμεσολαβητή παράβαση της υποχρέωσης εχεμύθειας και διαφύλαξης του απορρήτου επισύρει για αυτόν σοβαρότατες ποινές δυνάμενες να φθάσουν μέχρι οριστικής ανάκλησης της διαπίστευσης του.
8.Εξαιρέσεις από την υποχρέωση εχεμύθειας και διαφύλαξης του απορρήτου προβλέπονται από τον Νόμο μόνο σε περιπτώσεις όπου αυτό επιβάλλεται από λόγους δημόσιας τάξης, κυρίως για να εξασφαλιστεί η προστασία των ανηλίκων ή για να αποφευχθεί ο κίνδυνος να θίγει η σωματική ακεραιότητα ή η ψυχική υγεία προσώπου, εάν τα μέρη συναινούν ρητά στην αποκάλυψη των πληροφοριών και ,γενικότερα ,εάν ο διαμεσολαβητής υποχρεούται να πράξει διαφορετικά από διάταξη νόμου.
9.Τέλος,πληροφορίες που αντλεί ο διαμεσολαβητής κατά τις επαφές του με το ένα μέρος δεν γνωστοποιούνται στο άλλο μέρος χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του μέρους που τις έδωσε, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα .
10.Στην περίπτωση που εκτέθηκε από την ερωτώσα δικηγόρο, οι τρεις εναγόμενοι ( φυσικό πρόσωπο ο πρώτος ,ανώνυμη ναυτιλιακή εταιρεία η δεύτερη και οργανισμός αμοιβαίας προστασίας και αποζημίωσης πλοιοκτητών, με έδρα στο Λουξεμβούργο ) έχουν παραδώσει τα νομιμοποιητικά έγγραφα τους στον διαμεσολαβητή, ο οποίος διορίστηκε για να διεξάγει την ΥΑΣΔ.
Η ενάγουσα ερωτώσα δικηγόρος ζήτησε από τον διαμεσολαβητή να λάβει γνώση των νομιμοποιητικών εγγράφων των αντιδίκων της για την παράσταση τους στην ΥΑΣΔ.
Ο διαμεσολαβητής ορθώς αρνήθηκε, άλλως θα παρέμβαινε την υποχρέωση εχεμύθειας και της υποχρέωσης διασφάλισης του απορρήτου όλων των στοιχείων, που περιέρχονται σε γνώση του σε σχέση με την διαμεσολάβηση ή με την ΥΑΣΔ και λόγω της διεξαγωγής τους, διότι είναι σαφές ότι τα εν λόγω νομιμοποιητικά έγγραφα περιήλθαν σε γνώση του διαμεσολαβητή αποκλειστικά λόγω της επικείμενης διεξαγωγής της ΥΑΣΔ.
Μόνο με την ρητή συναίνεση των εναγομένων θα μπορούσε ο διαμεσολαβητής – χωρίς να διατρέξει τον κίνδυνο επιβολής σε αυτόν πειθαρχικών ποινών – να επιτρέψει στην ενάγουσα να λάβει γνώση των νομιμοποιητικών εγγράφων των αντιδίκων της και ορθώς δηλώνει ότι θα μπορέσει να της επιδείξει τα εν λόγω έγγραφα πριν από την έναρξη της ΥΑΣΔ με την προϋπόθεση ότι συμφωνούν οι εναγόμενοι σε αυτό.
Συμπληρωματικώς αναφερόμαστε και στην υπ’ αριθ. 20/2021 ανηρτημένη στον οικείο ιστότοπο Απάντηση της Επιτροπής.