Επί του υποβληθέντος ερωτήματος έχομε την γνώμη ότι προσήκει η κατωτέρω αναφερομένη απάντηση:
Το άρθ. 3 του ν. 4640/2019 προβλέπει ότι στην διαδικασία της διαμεσολάβησης μπορούν να υπαχθούν αστικές ή εμπορικές διαφορές, εφόσον υπάρχει από τα μέρη η αντίστοιχη εξουσία διάθεσης του αντικειμένου της διαφοράς, κατά το ουσιαστικό δίκαιο. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθ. 4 §1 περ. δ’, η προσφυγή στην διαμεσολάβηση λαμβάνει χώρα («επιτρέπεται» κατά την διατύπωση του νόμου) αν η σχετική προσφυγή στην διαδικασία της διαμεσολάβησης επιβάλλεται από το νόμο.
Περαιτέρω, στην Υποχρεωτική Αρχική Συνεδρία Διαμεσολάβησης (ΥΑΣΔ), κατά το άρθ. 6 §1 περ. α’ του ν. 4640/2019, υπάγονται οι οικογενειακές διαφορές, εκτός από αυτές των περιπτώσεων α’, β’ και γ’ της παραγράφου 1, καθώς και εκείνες της παραγράφου 2 της ΚΠολΔ 592. Στις περιπτώσεις όπου είναι επιτρεπτή η ΥΑΣΔ εμπίπτουν και οι υποθέσεις περιουσιακών διαφορών μεταξύ των συζύγων.
Κατά τη διαδικασία έναρξης της ΥΑΣΔ, το επισπεύδον μέρος υποβάλλει μαζί με την αίτηση προσφυγής στη διαμεσολάβηση στον διαμεσολαβητή συμπληρωμένο έντυπο, στο οποίο αναγράφονται υποχρεωτικά τα στοιχεία των μερών σύμφωνα με την περίπτωση 3 της ΚΠολΔ 118, καθώς και το αντικείμενο της διαφοράς.
Στην συγκεκριμένη περίπτωση, το αντικείμενο της διαφοράς αφορά σε περιουσιακές διαφορές μεταξύ συζύγων, και ως εκ τούτου η οποιαδήποτε αναφορά σε τυχόν περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας μόνο ως εκ περισσού παρατίθεται στο Φύλλο Βασικών Στοιχείων, χωρίς να επηρεάζει την υποχρεωτικότητα της ΥΑΣΔ.
Αξίζει να σημειωθεί ότι με το άρθ. 1 του ν. 4531/2018 κυρώθηκε η Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Πρόληψη και την Καταπολέμηση της Βίας κατά των γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας, στο άρθρο 48 §1 της οποίας γίνεται αναφορά ότι τα Μέρη λαμβάνουν τα αναγκαία νομοθετικά η άλλα μέτρα για να απαγορεύσουν τις υποχρεωτικές εναλλακτικές διαδικασίες επίλυσης των διαφορών, συμπεριλαμβανομένης της διαμεσολάβησης και του συμβιβασμού, αναφορικά με όλες τις μορφές βίας που καλύπτονται από το πεδίο εφαρμογής της παρούσας Σύμβασης.
Εν προκειμένω, η αναφορά στο Φύλλο Βασικών Στοιχείων περί ενδοοικογενειακής βίας δεν μπορεί να θέσει σε εφαρμογή το παραπάνω άρθρο της Σύμβασης, πρωτίστως διότι η υπό κρίση διαφορά, για την οποία λαμβάνει χώρα η ΥΑΣΔ, δεν είναι διαφορά ενδοοικογενειακής βίας, αλλά περιουσιακή διαφορά μεταξύ συζύγων, ώστε δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της παραπάνω Σύμβασης. Αλλά ακόμα και αν ήθελε υποτεθεί ότι όντως εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της, το άρθ. 48 §1 εγκαθιδρύει υποχρέωση αποκλειστικά και μόνο προς τον Έλληνα νομοθέτη να τροποποιήσει αναλόγως τις διατάξεις περί ΥΑΣΔ του ν. 4640/2019, ώστε να εναρμονισθούν με την Σύμβαση.
Πέραν δε τούτων, όπως προκύπτει από την αιτιολογική έκθεση του ν. 4640/2019, η ΥΑΣΔ δεν μπορεί να εμπίπτει με την στενή έννοια στις υποχρεωτικές εναλλακτικές διαδικασίες επίλυσης διαφορών του άρθ. 48. Και αυτό διότι, ως ΥΑΣΔ νοείται η συνεδρία στην οποία τα μέρη δέχονται ενημέρωση, κατευθύνσεις, οδηγίες και διασαφήσεις επί της διαδικασίας της διαμεσολάβησης και των ωφελειών της από πλευράς του διαμεσολαβητή σε σχέση με τη συγκεκριμένη υπόθεση. Η υποχρεωτικότητα της συνεδρίας έγκειται μόνο στο γεγονός ότι η συζήτηση της τυχόν ασκηθησομένης ή ήδη ασκηθείσας αγωγής κηρύσσεται απαράδεκτη, αν δεν κατατεθεί πρακτικό υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας διαμεσολάβησης μαζί με τις προτάσεις της συζήτησης της υπόθεσης, και όχι στην υποχρεωτική διεξαγωγή πλήρους διαδικασίας διαμεσολάβησης με επίτευξη συμφωνίας. Σκοπός, με άλλα λόγια, την ΥΑΣΔ είναι τα μέρη να ενημερωθούν από τον αντικειμενικό και αμερόληπτο τρίτο, τον διαμεσολαβητή, για τα οφέλη, τις δυνατότητες, την διαδικασία της διαμεσολάβησης και όχι να μετέλθουν της βασάνου μιας πλήρους διαδικασίας διαμεσολάβησης, όπως αυτή θα ίσχυε αν τα μέρη είχαν προσφύγει εκουσίως.
Τούτων λεχθέντων, και ενόψει ακριβώς του σκοπού της ΥΑΣΔ όπως προαναφέρθηκε, σημειώνουμε ότι δεν μπορεί να περατωθεί η ΥΑΣΔ αποκλειστικώς και μόνο με απόφαση του διαμεσολαβητή, κατ’ εφαρμογή του άρθ. 15 § 4 περ. β’ του ν. 4640/2019, καθότι η δυνατότητα αυτή παρέχεται στον διαμεσολαβητή κατά την διαδικασία της διαμεσολάβησης η οποία έχει εκκινήσει μεταξύ των μερών είτε εξαρχής εκουσίως είτε κατόπιν κοινής τους απόφασης μετά από ΥΑΣΔ. Σε διαφορετική περίπτωση, θα ελλόχευε ο κίνδυνος καταστρατήγησης του σκοπού της ΥΑΣΔ με δούρειο ίππο την δυνατότητα αυτή του διαμεσολαβητή.
Άλλωστε, η διαδικασία της διαμεσολάβησης έχει κατ’ αρχήν εμπιστευτικό χαρακτήρα και (πρέπει να) διεξάγεται κατά τρόπο που δεν παραβιάζει το απόρρητό της (άρθ. 5 §§5-6 ν. 4640/2019). Επομένως, η αναφορά σε τυχόν ποινικά αδικήματα, όπως περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας, δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο για ματαίωση της ΥΑΣΔ.
Σε κάθε δε περίπτωση, η διαμεσολάβηση του ν. 4640/2019, στο πλαίσιο του οποίου και διεξάγεται η ΥΑΣΔ, αφορά σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, και πρέπει ρητά να διακρίνεται και να μην συγχέεται με την ποινική διαμεσολάβηση του ν. 3500/2006 (άρθ. 11επ.), στην οποία ο Εισαγγελέας αναλαμβάνει τον ρόλο του διαμεσολαβητή, με τις εκεί τιθέμενες προϋποθέσεις.