Γνώμες Επιτροπής Νομικών Θεμάτων

ΜΕΤΑΓΡΑΦΗ ΠΡΑΚΤΙΚΟΥ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ ΣΤΟ ΥΠΟΘΗΚΟΦΥΛΑΚΕΙΟ

Εκ μέρους της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων: Κυριάκος Οικονόμου, Αρεοπαγίτης, ε.τ. ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ: Βασιλική Αθανάσογλου, Αναπληρωματικό Μέλος ΚΕΔ, Διαπιστευμένη Διαμεσολαβήτρια, Δικηγόρος Αθηνών και Δικηγόρος Ντίσελντορφ (Rechtsanwaltin)

(α) Αν στις περιπτώσεις στις οποίες με αντίστοιχη πρόβλεψη του νόμου και της εφαρμογής του άρθρου 904 ΚΠολΔ μεταγράφονται στο Υποθηκοφυλακείο, χωρίς να χρειάζεται η τήρηση του συμβολαιογραφικού τύπου, ήτοι διαφορές ενεστώσες αχθείσες ενώπιον δικαστηρίου που επιλύονται συμβιβαστικά και καταργούν τα δίκη, εντάσσεται και το πρακτικό επιτυχούς διαμεσολάβησης που τις επιλύει ή υποχρεούνται σε περιβολή του συμβολαιογραφικού τύπου;  και

(β) Αν μεταγράφεται στο αρμόδιο Υποθηκοφυλακείο, και με ποιες προϋποθέσεις, πρακτικό διαμεσολάβησης με το οποίο επιλύθηκε επιτυχώς διαφορά που προέρχεται από διεκδικητική αγωγή αναγνώρισης κυριότητας επί ακινήτου καθώς και αν το ίδιο συμβαίνει σε περίπτωση που στην περιοχή είναι σε λειτουργία Κτηματολογικό Γραφείο. Περαιτέρω δε, εάν παίζει κάποιο ρόλο το γεγονός ότι η συζήτηση της αγωγής ματαιώθηκε και εκκρεμεί ο επαναπροσδιορισμός της;

Απάντηση

Επί των  υποβληθέντων ερωτημάτων έχομε την γνώμη ότι προσήκει η κατωτέρω αναφερομένη απάντηση:

Σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 8 του ν. 4640/2019 προβλέπεται ότι «Αν η συμφωνία που περιέχεται στο πρακτικό διαμεσολάβησης περιλαμβάνει και διατάξεις που αφορούν δικαιοπραξίες, οι οποίες υπόκεινται εκ του νόμου σε συμβολαιογραφικό τύπο, οι δικαιοπραξίες αυτές πρέπει να περιβληθούν τον συμβολαιογραφικό τύπο. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται οι ρυθμίσεις που διέπουν τη σύνταξη τέτοιων συμβολαιογραφικών εγγράφων και τη μεταγραφή τους.».

Παρά το γεγονός ότι στο άρθρο 8 του νέου νόμου 4640/2016, ορίζεται ότι το πρακτικό διαμεσολάβησης με το οποίο επιλύεται επιτυχώς η διαφορά, αποτελεί τίτλο εκτελεστό σύμφωνα με την περίπτωση ζ' της παρ. 2 του άρθρου 904 ΚΠολΔ  και ότι από την κατάθεσή του στη γραμματεία του αρμόδιου δικαστηρίου, μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως τίτλος προς εγγραφή ή εξάλειψη υποθήκης, σύμφωνα με το εδάφιο γ' της παρ. 1 του άρθρου 293 ΚΠολΔ, εν τούτοις δεν ορίστηκε ότι το τούτο καλύπτει  και τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, όπου αυτός προβλέπεται κατά περίπτωση στο ουσιαστικό δίκαιο, π.χ. για μεταγραφή επί ακινήτων.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον στο πρακτικό επιτυχούς διαμεσολάβησης, περιλαμβάνονται και διατάξεις που αφορούν  σε δικαιοπραξίες, οι οποίες υπόκεινται εκ του νόμου σε συμβολαιογραφικό τύπο, πρέπει οι δικαιοπραξίες αυτές να περιβληθούν τον συμβολαιογραφικό τύπο και εν συνεχεία να μεταγραφούν/καταχωριστούν στα αρμόδια Υποθηκοφυλακεία/Κτηματολογικά Γραφεία. Εξαιρείται η  περίπτωση, κατά την οποία  το πρακτικό περιλαμβάνει και διατάξεις οι οποίες είναι αυτοτελώς εκτελεστές, και δεν αφορούν στην εκτέλεση της υποκείμενης σε συμβολαιογραφικό τύπο δικαιοπραξίας. Περαιτέρω,  κρίνεται ότι,  ενόσω δεν έχει επακολουθήσει η περιβολή του πρακτικού στο συμβολαιογραφικό τύπο, δεν καταργείται η δίκη, ούτε επέρχεται το ανασταλτικό αποτέλεσμα των δικονομικών προθεσμιών.

ΠΡΟΣΒΟΛΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΧΡΗΜΑΤΙΚΗ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ ΛΟΓΩ ΗΘΙΚΗΣ ΒΛΑΒΗΣ

Εκ μέρους της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων: Κυριάκος Οικονόμου, Αρεοπαγίτης, ε.τ. ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ: Κατερίνα Κωτσάκη Δικηγόρος ε.τ. Διαπιστευμένη Διαμεσολαβήτρια Υπουργείου Δικαιοσύνης –MCIArb Πιστοποιημένη Εκπαιδεύτρια Διαμεσολαβητών « Πρόεδρος ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΩΝ» «αναπλ. Μέλος της ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ του ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ».

Εάν  η αγωγή για προσβολή προσωπικότητας και χρηματικής ικανοποίησης  λόγω ηθικής βλάβης   υπόκειται σε ΥΑΣ;

Απάντηση

Επί του υποβληθέντος ερωτήματος έχομε την γνώμη ότι προσήκει η κατωτέρω αναφερομένη απάντηση:

Κατά το άρθρο 3  παρ. 1 του ν. 4640/2019 « 1. Στη διαδικασία της διαμεσολάβησης μπορούν να υπαχθούν αστικές και εμπορικές διαφορές, εθνικού ή διασυνοριακού χαρακτήρα, υφιστάμενες ή μέλλουσες, εφόσον τα μέρη έχουν την εξουσία να διαθέτουν το αντικείμενο της διαφοράς, σύμφωνα με τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, ενώ κατά το άρθρο 6  παρ. 1 ιδίου νόμου « 1.Οι παρακάτω αστικές και εμπορικές διαφορές υπάγονται στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης, εφόσον τα μέρη έχουν εξουσία διάθεσης.»

Όπως ορίζεται στις ανωτέρω διατάξεις, προκειμένου να προσφύγουν στην διαμεσολάβηση , τα μέρη πρέπει να έχουν την εξουσία να διαθέτουν ελεύθερα το αντικείμενο της διαφοράς, δηλαδή αυτό να είναι απαλλοτριωτό, όπως κατά κύριο λόγο είναι τα περιουσιακά δικαιώματα, ενοχικά και εμπράγματα, όχι όμως και εκείνα που ανάγονται στο δίκαιο προστασίας της προσωπικότητας. Οι διαφορές από αδικοπραξία (άρθρα 914 επ. ΑΚ) μπορούν να υπαχθούν σε διαμεσολάβηση, εάν οι ενδιαφερόμενοι έχουν την εξουσία ελεύθερης διάθεσης του αντικειμένου της διαφοράς.

Ωστόσο, οι αξιώσεις από ηθική βλάβη φυσικού προσώπου λόγω προσβολής προσωπικότητας (άρθρα 932 και 59 ΑΚ) αφορούν άμεσα στη διατάραξη μη περιουσιακών αγαθών του ατόμου που απορρέουν από τη σωματική, ψυχική ή κοινωνική ατομικότητά του, συνδέονται δε τόσο στενά με την ψυχική σφαίρα του φυσικού προσώπου, που υφίσταται και την ψυχική ταραχή, η οποία εκπηγάζει από την αδικοπρακτική συμπεριφορά σε βάρος του, ώστε να μη μπορούν ν' αποτελέσουν αντικείμενο διαμεσολάβησης, καθώς συνδέονται άρρηκτα με το δικαίωμα στην προσωπικότητα. Μάλιστα, το άρθρο 933 ΑΚ καθιερώνει το κατά κανόνα ανεκχώρητο και ακληρονόμητο της αξίωσης για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης από αδικοπραξία του άρθρου 932 ΑΚ, υπογραμμίζοντας τον χαρακτήρα της ως αυστηρά προσωπικής.

Στη συγκεκριμένη υπόθεση, δεν υπάρχει εξουσία διάθεσης του αντικειμένου της διαφοράς από προσβολή της προσωπικότητας, η οποία ως γενεσιουργό αιτία έχει την άδικη πράξη του υπαίτιου αυτής( άρθρα 57, 914 ΑΚ) και επομένως δεν υπάρχει υποχρέωση διεξαγωγής ΥΑΣ Διαμεσολάβησης, αλλά και δυνατότητα προσφυγής στη διαμεσολάβηση για το σύνολο της διαφοράς.

7-4-2021

ΑΡΙΘΜΟΣ 23/2021

Εκ μέρους της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων: Κυριάκος Οικονόμου, Αρεοπαγίτης, ε.τ. ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ: Βασιλική Αθανάσογλου, Αναπληρωματικό Μέλος ΚΕΔ, Διαπιστευμένη Διαμεσολαβήτρια, Δικηγόρος Αθηνών και Δικηγόρος Ντίσελντορφ (Rechtsanwaltin)

Aν επί διορισμού Διαμεσολαβητή σε υπόθεσης περιουσιακών διαφορών μεταξύ συζύγων με την διαδικασία της νομικής βοήθειας, μπορεί να υπάρξει ορισμός ΥΑΣ, όταν στην αίτηση για ΥΑΣ της επισπεύδουσας συζύγου αναφέρεται -στο σχετικό φύλλο πληροφοριών- ότι έχει κατατεθεί έγκληση κατά του συζύγου της για περιστατικό ενδοοικογενειακής βίας και προσκομίζεται και η σχετική βεβαίωση Αστυνομικού Τμήματος, για την εκκρεμούσα στην Εισαγγελία έγκληση;

Απάντηση

Επί του υποβληθέντος ερωτήματος έχομε την γνώμη ότι προσήκει η κατωτέρω αναφερομένη απάντηση:

Το άρθ. 3 του ν. 4640/2019 προβλέπει ότι στην διαδικασία της διαμεσολάβησης μπορούν να υπαχθούν αστικές ή εμπορικές διαφορές, εφόσον υπάρχει από τα μέρη η αντίστοιχη εξουσία διάθεσης του αντικειμένου της διαφοράς, κατά το ουσιαστικό δίκαιο. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθ. 4 §1 περ. δ’, η προσφυγή στην διαμεσολάβηση λαμβάνει χώρα («επιτρέπεται» κατά την διατύπωση του νόμου) αν η σχετική προσφυγή στην διαδικασία της διαμεσολάβησης επιβάλλεται από το νόμο.

Περαιτέρω, στην Υποχρεωτική Αρχική Συνεδρία Διαμεσολάβησης (ΥΑΣΔ), κατά το άρθ. 6 §1 περ. α’ του ν. 4640/2019, υπάγονται οι οικογενειακές διαφορές, εκτός από αυτές των περιπτώσεων α’, β’ και γ’ της παραγράφου 1, καθώς και εκείνες της παραγράφου 2 της ΚΠολΔ 592. Στις περιπτώσεις όπου είναι επιτρεπτή η ΥΑΣΔ εμπίπτουν και οι υποθέσεις περιουσιακών διαφορών μεταξύ των συζύγων.

Κατά τη διαδικασία έναρξης της ΥΑΣΔ, το επισπεύδον μέρος υποβάλλει μαζί με την αίτηση προσφυγής στη διαμεσολάβηση στον διαμεσολαβητή συμπληρωμένο έντυπο, στο οποίο αναγράφονται υποχρεωτικά τα στοιχεία των μερών σύμφωνα με την περίπτωση 3 της ΚΠολΔ 118, καθώς και το αντικείμενο της διαφοράς.

Στην συγκεκριμένη περίπτωση, το αντικείμενο της διαφοράς αφορά  σε περιουσιακές διαφορές μεταξύ συζύγων, και ως εκ τούτου η οποιαδήποτε αναφορά σε τυχόν περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας μόνο ως εκ περισσού παρατίθεται στο Φύλλο Βασικών Στοιχείων, χωρίς να επηρεάζει την υποχρεωτικότητα της ΥΑΣΔ.

Αξίζει να σημειωθεί ότι με το άρθ. 1 του ν. 4531/2018 κυρώθηκε η Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Πρόληψη και την Καταπολέμηση της Βίας κατά των γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας, στο άρθρο 48 §1 της οποίας γίνεται αναφορά ότι τα Μέρη λαμβάνουν τα αναγκαία νομοθετικά η άλλα μέτρα για να απαγορεύσουν τις υποχρεωτικές εναλλακτικές διαδικασίες επίλυσης των διαφορών, συμπεριλαμβανομένης της διαμεσολάβησης και του συμβιβασμού, αναφορικά με όλες τις μορφές βίας που καλύπτονται από το πεδίο εφαρμογής της παρούσας Σύμβασης.

Εν προκειμένω, η αναφορά στο Φύλλο Βασικών Στοιχείων περί ενδοοικογενειακής βίας δεν μπορεί να θέσει σε εφαρμογή το παραπάνω άρθρο της Σύμβασης, πρωτίστως διότι η υπό κρίση διαφορά, για την οποία λαμβάνει χώρα η ΥΑΣΔ, δεν είναι διαφορά ενδοοικογενειακής βίας, αλλά περιουσιακή διαφορά μεταξύ συζύγων, ώστε δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της παραπάνω Σύμβασης. Αλλά ακόμα και αν ήθελε υποτεθεί ότι όντως εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της, το άρθ. 48 §1 εγκαθιδρύει υποχρέωση αποκλειστικά και μόνο προς τον Έλληνα νομοθέτη να τροποποιήσει αναλόγως τις διατάξεις περί ΥΑΣΔ του ν. 4640/2019, ώστε να εναρμονισθούν με την Σύμβαση. 

Πέραν δε τούτων, όπως προκύπτει από την αιτιολογική έκθεση του ν. 4640/2019, η ΥΑΣΔ δεν μπορεί να εμπίπτει με την στενή έννοια στις υποχρεωτικές εναλλακτικές διαδικασίες επίλυσης διαφορών του άρθ. 48. Και αυτό διότι, ως ΥΑΣΔ νοείται η συνεδρία στην οποία τα μέρη δέχονται ενημέρωση, κατευθύνσεις, οδηγίες και διασαφήσεις επί της διαδικασίας της διαμεσολάβησης και των ωφελειών της από πλευράς του διαμεσολαβητή σε σχέση με τη συγκεκριμένη υπόθεση. Η υποχρεωτικότητα της συνεδρίας έγκειται μόνο στο γεγονός ότι η συζήτηση της τυχόν ασκηθησομένης ή ήδη ασκηθείσας αγωγής κηρύσσεται απαράδεκτη, αν δεν κατατεθεί πρακτικό υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας διαμεσολάβησης μαζί με τις προτάσεις της συζήτησης της υπόθεσης, και όχι στην υποχρεωτική διεξαγωγή πλήρους διαδικασίας διαμεσολάβησης με επίτευξη συμφωνίας. Σκοπός, με άλλα λόγια, την ΥΑΣΔ είναι τα μέρη να ενημερωθούν από τον αντικειμενικό και αμερόληπτο τρίτο, τον διαμεσολαβητή, για τα οφέλη, τις δυνατότητες, την διαδικασία της διαμεσολάβησης και όχι να μετέλθουν της βασάνου μιας πλήρους διαδικασίας διαμεσολάβησης, όπως αυτή θα ίσχυε αν τα μέρη είχαν προσφύγει εκουσίως.

Τούτων λεχθέντων, και ενόψει ακριβώς του σκοπού της ΥΑΣΔ όπως προαναφέρθηκε, σημειώνουμε ότι δεν μπορεί να περατωθεί η ΥΑΣΔ αποκλειστικώς και μόνο με απόφαση του διαμεσολαβητή, κατ’ εφαρμογή του άρθ. 15 § 4 περ. β’ του ν. 4640/2019, καθότι η δυνατότητα αυτή παρέχεται στον διαμεσολαβητή κατά την διαδικασία της διαμεσολάβησης η οποία έχει εκκινήσει μεταξύ των μερών είτε εξαρχής εκουσίως είτε κατόπιν κοινής τους απόφασης μετά από ΥΑΣΔ. Σε διαφορετική περίπτωση, θα ελλόχευε ο κίνδυνος καταστρατήγησης του σκοπού της ΥΑΣΔ με δούρειο ίππο την δυνατότητα αυτή του διαμεσολαβητή.

Άλλωστε, η διαδικασία της διαμεσολάβησης έχει κατ’ αρχήν εμπιστευτικό χαρακτήρα και (πρέπει να) διεξάγεται κατά τρόπο που δεν παραβιάζει το απόρρητό της (άρθ. 5 §§5-6 ν. 4640/2019). Επομένως, η αναφορά σε τυχόν ποινικά αδικήματα, όπως περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας, δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο για ματαίωση της ΥΑΣΔ.

Σε κάθε δε περίπτωση, η διαμεσολάβηση του ν. 4640/2019, στο πλαίσιο του οποίου και διεξάγεται η ΥΑΣΔ, αφορά σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, και πρέπει ρητά να διακρίνεται και να μην συγχέεται με την ποινική διαμεσολάβηση του ν. 3500/2006 (άρθ. 11επ.), στην οποία ο Εισαγγελέας αναλαμβάνει τον ρόλο του διαμεσολαβητή, με τις εκεί τιθέμενες προϋποθέσεις.

ΑΡΙΘΜΟΣ 24/2021

Εκ μέρους της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων: Κυριάκος Οικονόμου, Αρεοπαγίτης, ε.τ. ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ: ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΣΑΜ. ΑΛΧΑΝΑΤΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ– ΔΙΑΠΙΣΤΕΥΜΕΝΟΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΗΣ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΜΕΣΩΝ

Επί αγωγής ασκηθείσας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου (ειδική διαδικασία) το έτος 2018, με καταψηφιστικό αίτημα άνω των 30.000 ευρώ και εκδικασθείσας το 2020, εκδόθηκε παραπεμπτική απόφαση, οπότε και κατατέθηκε κλήση προς συζήτηση κατά την προσήκουσα τακτική διαδικασία τον Φεβρουάριο του 2021. Υπάρχει υποχρέωση τήρησης ΥΑΣ;

Επί του υποβληθέντος ερωτήματος έχομε την γνώμη ότι προσήκει η κατωτέρω αναφερομένη απάντηση:

Απάντηση

Σύμφωνα με το άρθ.44 Ν.4640/19, η ισχύς του παρόντος αρχίζει από τη δημοσίευσή του, στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, πλην των άρθρων 6 (Υποχρεωτική Αρχική Συνεδρία Διαμεσολάβησης - Υπαγόμενες διαφορές) και 7 (Διαδικασία της Υποχρεωτικής Αρχικής Συνεδρίας Διαμεσολάβησης και αμοιβή νομικού παραστάτη)του παρόντος, τα οποία τίθενται σε ισχύ και καταλαμβάνουν τις αγωγές που κατατίθενται μετά την παρέλευση των κατωτέρω ημερομηνιών, ως εξής:

 α) Από τη 15η Ιανουαρίου 2020 για τις οικογενειακές διαφορές, εκτός από αυτές των περιπτώσεων α`, β` και γ` της παραγράφου 1, καθώς και της παραγράφου 2 του άρθρου 592 ΚΠολΔ και

β) Από τη 15η Μαρτίου 2020 για τις διαφορές που εκδικάζονται κατά την τακτική διαδικασία και υπάγονται στην καθ` ύλην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου αν η αξία του αντικειμένου της διαφοράς υπερβαίνει το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ και του Πολυμελούς Πρωτοδικείου. Σύμφωνα δε με το άρθρο 74 παρ.14  Ν.4690/2020, η έναρξη ισχύος των άρθρων 6 και 7 του ν. 4640/2019  μετατίθεται αναδρομικώς για την 1η.7.2020, ως προς τις υποθέσεις της περ. β` του άρθρου 44 του ν. 4640/2019.

Συνεπώς, οι υπαγόμενες διαφορές στο αρθρ. 6 ν.4640/2019, για τις οποίες κατατέθηκε αγωγή προ της ενάρξεως ισχύος των εν λόγω άρθρων (6 &7) , δεν υπάρχει υποχρέωση αρχικής συνεδρίας διαμεσολάβησης.

Σημειωτέον  ότι σύμφωνα με το άρθρο 3 ν. 4640/19 υπάρχει υποχρέωση ενημέρωσης από το δικηγόρο, για αγωγές που έχουν κατατεθεί από 30-11-2019.

ΑΡΙΘΜΟΣ 25/2021

Εκ μέρους της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων: Κυριάκος Οικονόμου, Αρεοπαγίτης, ε.τ. ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ Κυριάκος Οικονόμου

Εάν με την εκουσία προσφυγή στη διαμεσολάβηση και τον ορισμό από κοινού διαμεσολαβητή από τα μέρη, μετά την άσκηση της αγωγής και τη διεξαγωγή και ολοκλήρωση της ανεπιτυχούς διαμεσολάβησης, είναι κατά νόμον αναγκαία η διεξαγωγή ΥΑΣ;

Απάντηση

Επί του υποβληθέντος ερωτήματος έχομε την γνώμη ότι προσήκει η κατωτέρω αναφερομένη απάντηση:

Με τις διατάξεις του ν. 4640/2019 ρυθμίζεται η διαμεσολάβηση, ως εναλλακτικό μέσο διευθέτησης διαφορών και η προβλεπομένη υποχρεωτικότητα αναφέρεται στη συμμετοχή σε μία αρχική συνεδρία των μερών με τον διαμεσολαβητή και όχι στην επίτευξη συμφωνίας, που παραμένει πάντοτε αναφαίρετο δικαίωμα των μερών, ενώ σε περίπτωση αποτυχίας των διαπραγματεύσεων, τα μέρη δύνανται ακωλύτως να προσφύγουν στη τακτική δικαιοσύνη.

 Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 2,5, 4 παρ.1, περ. α΄, 5, 6, 7 παρ.6 και 7, 7, 8 παρ.2 του ως άνω νόμου προκύπτει ότι, εάν μετά την άσκηση αγωγής, τα μέρη προσφύγουν εκουσίως στη διαμεσολάβηση προς επίλυση της διαφοράς τους, δεν απαιτείται  υπαγωγή στην Υποχρεωτική Αρχική Συνεδρία Διαμεσολάβησης, σε περίπτωση αποτυχίας της  εκουσίας διαμεσολάβησης.

 Για το παραδεκτό της συζητήσεως της αγωγής αρκεί  κατά νόμον η προσκομιδή ενώπιον του δικαστηρίου του συνταγέντος πρακτικού μη  επίτευξης συμφωνίας ( άρθρ. 8 παρ. 1 περ.στ΄, 2 εδαφ. β΄ ν. 4640/2019).

ΑΡΙΘΜΟΣ 26/2021

Εκ μέρους της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων: Κυριάκος Οικονόμου, Αρεοπαγίτης, ε.τ. ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ: ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΣΑΜ. ΑΛΧΑΝΑΤΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ– ΔΙΑΠΙΣΤΕΥΜΕΝΟΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΗΣ

Εάν  για την πληροφόρηση αρχικά της γραμματείας και μετέπειτα του Δικαστηρίου που θα επιληφθεί της υποθέσεως, αρκεί, πέραν της υποχρέωσης αναγραφής του τρόπου γνωστοποίησης του αρ.7 παρ 4, η καταγραφή των ανωτέρω ημερομηνιών στο ίδιο το Πρακτικό Περαίωσης της ΥΑΣ το οποίο υπογράφεται από όλα τα μέρη ,τους πληρεξουσίους και το διαμεσολαβητή ή απαιτείται και η προσκόμιση των ίδιων των γνωστοποιήσεων (email που έχουν σταλεί, αποδεικτικά συστημένης επιστολής ή άλλου τρόπου ηλεκτρονικής ενημέρωσης) και των αποδεικτικών αυτών,  και αν υπάρχει διαφοροποίηση ανάλογα με το εάν ο ενάγων παρέστη στην ΥΑΣ ή όχι;

Περαιτέρω – σε περίπτωση αναστολής λόγω υπαγωγής της διαφοράς σε διαμεσολάβηση , μετά την διεξαγωγή της ΥΑΣ, ή και σε περιπτώσεις που ενώ δεν προβλέπεται η διεξαγωγή της ΥΑΣ, εντούτοις τα Μέρη εκουσίως προβαίνουν σε υπογραφή συμφωνητικού Υπαγωγής της διαφοράς για την οποία έχει ασκηθεί η αγωγή – εάν είναι υποχρεωτική η προσκόμιση του συμφωνητικού υπαγωγής στη γραμματεία του Πρωτοδικείου εντός της αρχικής προθεσμία των 100 ημερών ή εντός της προθεσμίας κατάθεσης των προτάσεων συνυπολογιζομένης και της αναστολής που υπολογίστηκε από την γνωστοποίηση της πρόσκλησης για την ΥΑΣ μέχρι την διεξαγωγή αυτής;

Απάντηση

Επί των υποβληθέντων ερωτημάτων έχομε την γνώμη ότι προσήκει η κατωτέρω αναφερομένη απάντηση:

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 1 και 3 του  Ν.4640/19, «1.Η έγγραφη γνωστοποίηση του διαμεσολαβητή ………για τη διεξαγωγή της υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας ή η συμφωνία της εκούσιας ………….. διαμεσολάβησης ……., αναστέλλει την παραγραφή ……………….και τις δικονομικές προθεσμίες των άρθρων 237 και 238 Κ.Πολ.Δ., για όσο χρόνο διαρκεί η διαδικασία διαμεσολάβησης», «3. Οι δικονομικές προθεσμίες της παραγράφου 1 συνεχίζονται από τη σύνταξη πρακτικού μη επίτευξης συμφωνίας …………………………..ή από την με οποιονδήποτε τρόπο ολοκλήρωση …………….. Στην περίπτωση επίτευξης συμφωνίας, η συνέχιση των δικονομικών προθεσμιών δικαιολογείται για αντικείμενα της δίκης που δεν καλύπτονται από τη συμφωνία των μερών».

Από τα ανωτέρω συνάγεται, ότι η αναστολή των προθεσμιών στην ΥΑΣ, ισχύει από την έγγραφη γνωστοποίηση του διαμεσολαβητή και στην εκούσια διαμεσολάβηση, από την ημερομηνία συμφωνητικού υπαγωγής και παύει - στην ΥΑΣ-  την ημερομηνία υπογραφής του πρακτικού περάτωσης ΥΑΣ και - στην εκούσια – την ημερομηνία πρακτικού αποτυχίας ή εν μέρει επιτυχίας .

            Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 7 παρ. 7 του Ν.4640/19 «7.Εφόσον τα μέρη αποφασίσουν να συνεχίσουν τη διαδικασία της διαμεσολάβησης ………..συντάσσεται έγγραφο συμφωνίας υπαγωγής της διαφοράς στη διαδικασία της διαμεσολάβησης και ακολουθείται η διαδικασία του άρθρου 5 του παρόντος, η οποία θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί εντός σαράντα (40) ημερών, που υπολογίζονται από την επομένη της λήξης της ανωτέρω εικοσαήμερης ή τριακονθήμερης προθεσμίας. Τα μέρη δύνανται να συμφωνούν παράταση της προθεσμίας των σαράντα (40) ημερών. ….».

            Στην περίπτωση της ΥΑΣ, είτε παραστάθηκαν όλα τα μέρη είτε όχι, ο διαμεσολαβητής θα πρέπει να προσαρτά στο πρακτικό περάτωσης,  πέραν του φύλλου βασικών στοιχείων και τα έγγραφα γνωστοποίησης προς τα μέρη καθώς αποτελούν πλήρη απόδειξη, για την έναρξη  ισχύος της αναστολής, η οποία παύει με το πρακτικό περάτωσης ΥΑΣ.

Συνεπώς με την σύνθεση σε σώμα (με συνδετικές σφραγίδες) των τριών στοιχείων (Πρακτικό περάτωσης ΥΑΣ, Φύλλο βασικών στοιχείων και αποδεικτικά γνωστοποίησης) επιτυγχάνεται πλήρης απόδειξη έναρξης και λήξης της αναστολής.

            Στην περίπτωση εκούσιας διαμεσολάβησης (άνευ ΥΑΣ), η έναρξη  ισχύος της αναστολής αποδεικνύεται με το πρακτικό υπαγωγής και παύει με το πρακτικό αποτυχίας ή εν μέρει επιτυχίας.

            Στην περίπτωση εκούσιας διαμεσολάβησης (κατόπιν ΥΑΣ) ισχύουν τα αμέσως ανωτέρω, με τη διαφοροποίηση (αρ.7§7) της συμφωνίας των μερών για την τυχόν παράταση, πέραν των 40 ημερών.

Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει εντός της προθεσμίας των 100 ημερών (ή 130 ημερών / κάτοικος εξωτερικού), να προσκομίζεται στη Γραμματεία του δικαστηρίου, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του επιμελέστερου των διαδίκων, το αντίστοιχο  αποδεικτικό έγγραφο (όπως ανωτέρω αναφέρεται), για να καταστεί εφικτός ο υπολογισμός χρονικής ισχύος και χορήγησης της αναστολής.

            Στην περίπτωση εκκρεμοδικίας, προκειμένου ο νομοθέτης να αποτρέψει την καταστρατήγηση του δικαίου, οριοθέτησε την χρονική περίοδο προσπάθειας επίλυσης της διαφοράς των μερών (με εκούσια διαμεσολάβηση), στους έξι (6)  μήνες, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παρ. 2 εδαφ. γ΄ Ν.4640/19 «………………..το Δικαστήριο αναβάλλει υποχρεωτικά τη συζήτηση της υπόθεσης σε δικάσιμο ………………..όχι πέραν του εξαμήνου, ………. Η ίδια συνέπεια επέρχεται και στις λοιπές περιπτώσεις προσφυγής στη διαμεσολάβηση κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας της υπόθεσης.»

Επισημαίνεται ότι παρίσταται ανάγκη  τροποποιήσεως(συμπληρώσεως) των διατάξεων του άρθρου 7 παρ.4 εδαφ. β΄ και παρ.7 εδαφ. β΄, καθώς και προσθήκης παραγράφου  στο άρθρο 9 του Ν.4640/19, προς τούτο δε υπεβλήθη σχετική εισήγηση στον Πρόεδρο της ΚΕΔ προς απόφανση υπό των μελών της Επιτροπής.

22-4-2021

ΑΡΙΘΜΟΣ 27/2021

Εκ μέρους της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων: Κυριάκος Οικονόμου, Αρεοπαγίτης, ε.τ. ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ Κυριάκος Οικονόμου

Εάν μια ανώνυμη εταιρία όπως είναι η ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΥ Α.Ε., η οποία λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος και απολαμβάνει προνόμια Δημοσίου, όπως ορίζει το άρθρο 206 του ν. 4389/2016, υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 4640/2019 περί Δημοσίου;

Απάντηση

Επί του υποβληθέντος ερωτήματος έχομε την γνώμη ότι προσήκει η κατωτέρω αναφερομένη απάντηση:

 Επειδή κατά την διάταξη  της παραγράφου 1 του Άρθρο 6 του ν. 4640/2019 «1. Οι παρακάτω αστικές και εμπορικές διαφορές υπάγονται στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης, εφόσον τα μέρη έχουν εξουσία διάθεσης του αντικειμένου της μεταξύ τους διαφοράς:…», ενώ κατά την παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου  «2.Εξαιρούνται από την υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης της παραγράφου 1 οι διαφορές στις οποίες διάδικο μέρος είναι το Δημόσιο, Ο.Τ.Α. ή Ν.Π.Δ.Δ.».

Εκ της ερμηνείας των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι η εξαίρεση από την υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης αφορά στις διαφορές όπου διάδικο μέρος είναι το Δημόσιο υπό στενή έννοια, δηλαδή εκπροσωπούμενο ή/και  υπό του Υπουργού των Οικονομικών, και όχι τα νομικά Πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα, ως οι ανώνυμες εταιρείες, στις οποίες το Ελληνικό δημόσιο ή ιδρυόμενα υπ’ αυτού νομικά πρόσωπα αποτελούν τους αποκλειστικούς ή κυρίως μετόχους, εκτός εάν άλλως ρητώς  ορίζεται.

Εξ άλλου, εκ των διατάξεων των άρθρων 184 και 188 του Ν 4389/2016, εν συνδυασμώ προς τις διατάξεις του ν. 2636/1998 προκύπτουν τα ακόλουθα: Η Ελληνική Εταιρεία Συμμετοχών και Περιουσίας Α.Ε.(ΕΕΣΥΠ) είναι εταιρεία συμμετοχών   που  διέπεται  από  τις  διατάξεις  του  ν.  4389/2016,  όπως  έχει τροποποιηθεί και ισχύει, και συμπληρωματικά από τις διατάξεις του κ.ν.2190/1920. Η Εταιρεία δεν ανήκει στο δημόσιο ή στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός εκάστοτε ορίζεται. Οι διατάξεις που αναφέρονται σε δημόσιες επιχειρήσεις, υπό την έννοια του ν.3429/2005 δεν εφαρμόζονται ως προς την Εταιρεία, εκτός αν αυτό προβλέπεται ρητά από τον ν.4389/2016.

Επίσης,  η Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου (ΕΤΑΔ) Α.Ε. αποτελεί την μεγαλύτερη εταιρεία διαχείρισης και αξιοποίησης της ακίνητης περιουσίας του Ελληνικού Δημοσίου και αποτελεί 100% θυγατρική της Ελληνικής Εταιρείας Συμμετοχών και Περιουσίας, λειτουργεί  δε χάριν του δημοσίου συμφέροντος, σύμφωνα με τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας.

Περαιτέρω, στο   άρθρο 206 του ν. 4389/2016, που αφορά στην Ελληνική Εταιρεία Συμμετοχών και Περιουσίας Α.Ε ορίζεται ότι «  Η Εταιρεία και οι άμεσες θυγατρικές της (εκτός από το ΤΧΣ και το ΤΑΙΠΕΔ για τα οποία εξακολουθούν να εφαρμόζονται οι ειδικές διατάξεις των ιδρυτικών τους νόμων), απολαμβάνουν όλων των διοικητικών, οικονομικών, φορολογικών, δικαστικών, ουσιαστικού και δικονομικού δικαίου προνομίων και ατελειών του Δημοσίου, πλην του ΦΠΑ».

 Επί τη βάσει της τελευταίας αυτής διατάξεως κρίνεται ότι η Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου (ΕΤΑΔ) Α.Ε. εξαιρείται από την υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης, στις διαφορές στις οποίες αποτελεί διάδικο μέρος.

ΚΩΛΥΜΑ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΗ

Εκ μέρους της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων: Κυριάκος Οικονόμου, Αρεοπαγίτης, ε.τ. ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ: Κατερίνα Κωτσάκη Δικηγόρος ε.τ. Διαπιστευμένη Διαμεσολαβήτρια Υπουργείου Δικαιοσύνης –MCIArb Πιστοποιημένη Εκπαιδεύτρια Διαμεσολαβητών « Πρόεδρος ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΩΝ»

Εάν υπάρχει κώλυμα στο πρόσωπο διαμεσλαβήτριας προς διενέργεια ΥΑΣ ή  εκούσιας διαμεσολάβησης ως  εκ του γεγονότος ότι συνέταξε ως πληρεξούσια δικηγόρος του επισπεύδοντος ένορκη βεβαίωση για την ίδια διαφορά και έλαβε αμοιβή;  

Απάντηση

Επί του υποβληθέντος ερωτήματος έχομε την γνώμη ότι προσήκει η κατωτέρω αναφερομένη απάντηση:

    Το άρθρο 14 του Νόμου 14 του Νόμου 4640/2019 ,προβλέπει τις περιπτώσεις, στις οποίες υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων, που εμποδίζει τον διαμεσολαβητή να αναλάβει καθήκοντα και ,εάν έχει ήδη αναλάβει ,να μην εξακολουθήσει να τα ασκεί, εκτός εάν ,αφού γνωστοποίηση στα μέρη τα περιστατικά, τα οποία  δημιουργούν την σύγκρουση συμφερόντων ,τα μέρη χορηγήσουν την ρητή συγκατάθεση τους για να αναλάβει καθήκοντα ο διαμεσολαβητής ή για να συνεχίσει να τα ασκεί ,κατά περίπτωση.

Σύγκρουση συμφερόντων υπάρχει ιδίως στις περιπτώσεις του άρθρου 14 παρ. 1 (α),((β),(γ) και (δ) του Νόμου 4640/2019.

Ειδικότερα, σύγκρουση συμφερόντων υπάρχει στις περιπτώσεις της παραγράφου 1(α) και (γ) του εν λόγω άρθρου, ήτοι στις περιπτώσεις ( α) προσωπικής ή επαγγελματικής σχέσης του διαμεσολαβητή με ένα από τα μέρη ή τους νόμιμους παραστάτες τους ή λήψης αμοιβής στο παρελθόν για παροχή υπηρεσιών σε οποιοδήποτε από τα μέρη ή (γ) ανάμειξης του διαμεσολαβητή, κατά οποιονδήποτε τρόπο, στο αντικείμενο της διαφοράς.

Εξ άλλου ,του  Νόμου μη διακρίνοντος, τα ανωτέρω εφαρμόζονται τόσο στην περίπτωση που πρόκειται για εκούσια διαμεσολάβηση ,όσο και στην περίπτωση που πρόκειται για ΥΑΣ .

Στην περίπτωση για την οποία έχει τεθεί το ερώτημα, είναι  σαφές ότι υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων και ότι η ερωτώσα δικηγόρος δεν μπορεί να αναλάβει καθήκοντα διαμεσολαβήτριας στην συγκεκριμένη υπόθεση ,στην οποία αρχικά ενήργησε για λογαριασμό του επισπεύδοντας μέρους και έλαβε αμοιβή,  δεδομένου ότι το έτερο μέρος δηλώνει ρητά την άρνηση του προς τούτο, έστω και εάν προηγουμένως είχε συμφωνήσει .

ΑΡΙΘΜΟΣ 29/2021

Εκ μέρους της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων: Κυριάκος Οικονόμου, Αρεοπαγίτης, ε.τ. Εισηγήτρια: Βασιλική Αθανάσογλου, Αναπληρωματικό Μέλος ΚΕΔ, Διαπιστευμένη Διαμεσολαβήτρια, Δικηγόρος Αθηνών και Δικηγόρος Ντίσελντορφ (Rechtsanwaltin)

Eάν, σε περίπτωση άσκησης πρόσθετης παρέμβασης υπέρ τινός των εναγομένων, και ιδίως από ασφαλιστική εταιρεία, είναι υποχρεωτικό να συμμετάσχει στην Υποχρεωτική Αρχική Συνεδρία Διαμεσολάβησης (ΥΑΣΔ) και ο προσθέτως παρεμβαίνων;

Απάντηση

Επί του υποβληθέντος ερωτήματος έχομε την γνώμη ότι προσήκει η κατωτέρω αναφερομένη απάντηση:

    Ο ν. 4640/2019, πιστός τόσο στους προκατόχους του (ν. 3898/2010 και ν. 4512/2018) όσο και στην Οδηγία 2008/52/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 21ης Μαΐου 2008, δεν προβαίνει σε ρητό ορισμό του «μέρους»που συμμετέχει στην διαδικασία της διαμεσολάβησης. Αντιθέτως, μας ωθεί στη βάσανο της ερμηνευτικής αναζήτησης αυτού, μέσα από τις ίδιες τις διατάξεις του.

Ο προσδιορισμός της έννοιας του «μέρους» είναι αναγκαίο να γίνει μέσα από την περιπτωσιολογία της διαμεσολάβησης, και δεν μπορεί να δοθεί μία και μόνο κοινή προσέγγισή αυτού. Πιο συγκεκριμένα, η υπαγωγή στη διαμεσολάβηση μπορεί να διακριθεί με βάση το πλαίσιο στο οποίο αυτή λαμβάνει χώρα, δηλαδή εξωδικαστικά ή ενδοδικαστικά[1], έχοντας όμως ως κοινό παρονομαστή και οι δύο περιπτώσεις την εξουσία διάθεσης του αντικειμένου της διαφοράς. Στην πρώτη περίπτωση είναι προφανές ότι η έννοια του «μέρους» προσεγγίζεται με ένα ουσιαστικό κριτήριο, δεδομένου ότι τα μέρη που συμμετέχουν στην διαμεσολάβηση έχουν συνάψει είτε σύμβαση που εμπεριέχει ρήτρα διαμεσολάβησης είτε συμφωνία διαμεσολάβησης.

Αντίθετα, στην περίπτωση της διαμεσολάβησης όπου αυτή λαμβάνει χώρα ενδοδικαστικά, φαίνεται το «μέρος» να προσδιορίζεται κατ' αρχήν με το ίδιο τυπικό κριτήριο που προσδιορίζεται και η έννοια του διαδίκου. Έτσι, στην μεν περίπτωση της υπαγωγής σε διαμεσολάβηση κατά τη διαδικασία του άρθ. 4 §2 γίνεται ρητή αναφορά στα «διάδικα μέρη»(in fine), στην δε περίπτωση της ΥΑΣΔ πρέπει διακρίνουμε ανάλογα με το αν η πρόσκληση σε αυτή συντελείται πριν ή μετά την άσκηση της αγωγής· στην πρώτη περίπτωση η πρόσκληση σε ΥΑΣΔ απευθύνεται στα πρόσωπα που ο επισπεύδων κατονομάζει με την αίτησή προσφυγής σε ΥΑΣΔ ως μελλοντικούς αντιδίκους, ενώ στην δεύτερη περίπτωση επισπεύδεται από τον επιμελέστερο διάδικο, συνήθως τον ενάγοντα, και απευθύνεται κατ' αρχήν κατά του αντιδίκου του. Ως εκ τούτου, στις περιπτώσεις αυτές, ως μέρη που επιτρέπεται να μετέχουν στην σχετική κάθε φορά διαδικασία θα πρέπει να θεωρηθούν κατ' αρχήν οι διάδικοι που έχουν εξουσία διάθεσης του αντικειμένου της διαφοράς, ώστε πρόσωπα που δεν έχουν αυτή την ιδιότητα να μην μπορούν να συμμετέχουν, όπως παραδείγματος χάριν ο (απλώς) προσθέτως παρεμβαίνων.

Περαιτέρω, δεδομένου ότι αφενός η ΥΑΣΔ λαμβάνει χώρα ενδοδικαστικά, δηλαδή στο πλαίσιο κάποιας ήδη εκκρεμούς ή μελλοντικής δίκης, και αφετέρου το πρακτικό αυτής συμβάλλει στην εξέλιξη και πρόοδο της δίκης, ώστε τυχόν απουσία του να οδηγεί σε απαράδεκτο της συζήτησης της υπό κρίση αγωγής, μπορούμε να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι η Υποχρεωτική Αρχική Συνεδρία Διαμεσολάβησης αποτελεί διαδικαστική πράξη, έστω και ιδιόμορφη στο βαθμό που συντελείται σε χρόνο προγενέστερο της άσκησης της αγωγής.

Με την διαπίστωση ότι η ΥΑΣΔ αποτελεί διαδικαστική πράξη, είναι ευκόλως νοητό ότι τα υποκειμενικά όρια της διαδικασίας της ΥΑΣΔ επεκτείνονται και στον τυχόν προσθέτως παρεμβάντα, δυνάμει της ΚΠολΔ 82, όχι όμως και σε αυτόν που δικαιούται να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση αλλά δεν το έχει πράξει μέχρι εκείνο το χρονικό σημείο. Μάλιστα, ο προσθέτως παρεμβάς, ανεξαρτήτως αν ανέλαβε την δίκη κατ' άρθ. 85 ΚΠολΔ, όχι μόνο πρέπει να προσκαλείται στη διαδικασία της ΥΑΣΔ (ΚΠολΔ 82 εδ. γ'), αλλά πολύ περισσότερο μπορεί και ο ίδιος να την επισπεύσει για λογαριασμό του υπέρ ου η παρέμβαση (ΚΠολΔ 82 εδ. α'). Ακολούθως, επί του ερωτήματος προσήκει η απάντηση ότι ο προσθέτως παρεμβάς είναι υποχρεωτικό να συμμετέχει στην διαδικασία της ΥΑΣΔ, δυνάμει της ΚΠολΔ 82.

Για την πληρότητα της απάντησης, και χωρίς να διαφοροποιείται ιδιαίτερα αυτή, σημειώνουμε ότι η διαδικασία της ΥΑΣΔ πρέπει να διακρίνεται από την μετέπειτα αυτής υπαγωγή σε διαμεσολάβηση. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την αιτιολογική έκθεση του ν. 4640/2019, ως ΥΑΣΔ νοείται η συνεδρία στην οποία τα μέρη δέχονται ενημέρωση, κατευθύνσεις, οδηγίες και διασαφήσεις επί της διαδικασίας της διαμεσολάβησης και των ωφελειών της από πλευράς του διαμεσολαβητή σε σχέση με τη συγκεκριμένη υπόθεση. Η υποχρεωτικότητα της συνεδρίας έγκειται μόνο στο γεγονός ότι η συζήτηση της τυχόν ασκηθησομένης ή ήδη ασκηθείσας αγωγής κηρύσσεται απαράδεκτη, αν δεν κατατεθεί πρακτικό υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας διαμεσολάβησης μαζί με τις προτάσεις της συζήτησης της υπόθεσης, και όχι στην υποχρεωτική διεξαγωγή πλήρους διαδικασίας διαμεσολάβησης με επίτευξη συμφωνίας. Σκοπός, με άλλα λόγια, την ΥΑΣΔ είναι τα μέρη να ενημερωθούν από τον αντικειμενικό και αμερόληπτο τρίτο, τον διαμεσολαβητή, για τα οφέλη, τις δυνατότητες, την διαδικασία της διαμεσολάβησης και όχι να μετέλθουν της βασάνου μιας πλήρους διαδικασίας διαμεσολάβησης, όπως αυτή θα ίσχυε αν τα μέρη είχαν προσφύγει εκουσίως.

Από την άλλη, η υπαγωγή σε διαμεσολάβηση μετά την πραγματοποίηση της ΥΑΣΔ προϋποθέτει θετική, ρητή προς τούτο βούληση (ιδιωτική αυτονομία) των μερών που συμμετείχαν στην ΥΑΣΔ, συμπεριλαμβανομένου και του προσθέτως παρεμβάντα. Η δε επιτυχής ολοκλήρωση της διαμεσολάβησης επιφέρει κατάργηση τόσο της κύριας δίκης όσο και της τυχόν δίκης που αφορά την ασκηθείσα με προσεπίκληση παρεμπίπτουσα αγωγή.


[1] Προκρίνουμε την χρήση του όρου «ενδοδικαστικα» αντί του «δικαστικά», αφενός για αποφυγή σύγχυσης με τον δικαστικό συμβιβασμό, αφετέρου για να αποδοθεί εναργέστερα ότι η διαδικασία της διαμεσολάβησης, είτε ΥΑΣΔ είτε κατόπιν πρότασης Δικαστηρίου κατά άρθ. 4 §2, λαμβάνει χώρα στα πλαίσια υφιστάμενης ή μελλοντικής δικαστικής διαμάχης, και επενεργεί στην διαδικασία της δίκης.

ΑΡΙΘΜΟΣ 30/2021

Εκ μέρους της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων: Κυριάκος Οικονόμου, Αρεοπαγίτης, ε.τ. ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ: Κατερίνα Κωτσάκη ,Δικηγόρος ε.τ., Διαπιστευμένη Διαμεσολαβήτρια Υπουργείου Δικαιοσύνης – MCIArb, Πιστοποιημένη Εκπαιδεύτρια Διαμεσολαβητών, Πρόεδρος της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΩΝ, Αν. Μέλος της ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ του Υπουργείου Δικαιοσύνης

Εάν διαφορά, στην οποία ενάγεται αλλοδαπό δημόσιο υπάγεται στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης ;

Απάντηση

Επί του υποβληθέντος ερωτήματος έχομε την γνώμη ότι προσήκει η κατωτέρω αναφερομένη απάντηση:

Κατά την διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 ν. 4640/2019 « 2.Εξαιρούνται από την υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης της παραγράφου 1 οι διαφορές στις οποίες διάδικο μέρος είναι το Δημόσιο, Ο.Τ.Α. ή Ν.Π.Δ.Δ.».Εκ της τελολογικής  ερμηνείας της ανωτέρω διατάξεως, αλλά και εκ της βουλήσεως του νομοθέτη, προκύπτει ότι εφ’  όσον στις διαφορές της παραγράφου 1 διάδικο μέρος είναι αλλοδαπό Δημόσιο κλπ, τότε  αυτές εξαιρούνται από την  ΥΑΣ. Κρίνεται ότι η διάταξη πρέπει να ερμηνευθή διασταλτικώς και να συμπεριλάβει στην προβλεπομένη εξαίρεση και τις διαφορές , στις οποίες εμπλέκεται ως διάδικος αλλοδαπό δημόσιο.

6-5-2021