Επί των ως άνω ερωτημάτων προσήκει κατά την εδώ υποστηριζόμενη άποψη η εξής απάντηση:
Πρόκειται για ένα δυσχερές ερμηνευτικό θέμα που τίθεται ένεκα της ασαφούς διατυπώσεως του νόμου. Είναι το ζήτημα αν η διαφωνία των γονέων κατά την παρ. 2 του 1514 ΑΚ αφορά στη διαδικασία της διαμεσολάβησης καθ΄ εαυτήν ή στην ανεύρεση λύσης μέσω της διαμεσολάβησης. Με συνεκτίμηση της παρ. 3 γ
του ιδίου άρθρου κατά την οποίαν το δικαστήριο μπορεί να διατάξει
διαμεσολάβηση με ορισμό συγχρόνως του διαμεσολαβητή προκύπτει
ως πλησιέστερη στο νόμο η άποψη ότι η διαφωνία αναφέρεται στη
διαμεσολάβηση υπό την πρώτη έννοια. Αν, επομένως, ήδη από πριν τα μέρη ή
ένα μέρος αποκλείουν τη διαμεσολάβηση δεν απαιτείται η τήρησή της για την
προσφυγή στο δικαστήριο. Προβάλλεται δηλαδή ο προαιρετικός χαρακτήρας της διαμεσολάβησης.
Η Επιτροπή επιφυλάσσεται πάντως να θέσει το θέμα ενώπιον της Ολομέλειας της ΚΕΔ ενόψει και της υποστηρίξεως αντιθέτου απόψεως από το μέλος της Επιτροπής κα Κωτσάκη. Κατά τη γνώμη της:
«… του Νόμου μη προβλέποντος τίθεται θέμα ερμηνείας της τελευταίας πιο πάνω
διάταξης, που δύναται, κατά την άποψη μας, να ερμηνευθεί είτε ως προβλέπουσα διαφωνία των γονέων ως προς αυτή καθ’ εαυτή την προσφυγή σε διαμεσολάβηση ,είτε ως αφορώσα αδυναμία των μερών να εξεύρουν κοινά αποδεκτή λύση της διαφοράς με διαμεσολάβηση, όποτε και αποφασίζει το Δικαστήριο.
Προσήκουσα θεωρούμε την δεύτερη ερμηνεία δεδομένου ότι στην διαμεσολάβηση δύναται να προσφύγει « καθένας από τους γονείς». Εάν ο άλλος δεν επιθυμεί να προσέλθει στην διαμεσολάβηση ή προσέλθει αλλά αποχωρήσει όπως δικαιούται, τότε θα πρόκειται περί αποτυχίας της διαμεσολάβησης , όποτε θα αποφασίσει το Δικαστήριο, εκδίδοντας απόφαση είτε επί αγωγής, που θα έχει ήδη ασκηθεί προηγουμένως, αλλά η εκδίκαση της θα έχει ανασταλεί μέχρι να περατωθεί η διαμεσολάβηση με οποιονδήποτε τρόπο ,είτε εκδίδοντας απόφαση επί αγωγής, που θα ασκηθεί μετά την αποτυχία της διαμεσολάβησης.
Σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 1514 ΑΚ , το Δικαστήριο δύναται -ανάλογα με την περίπτωση – (α) να κατανείμει την άσκηση της γονικής μέριμνας μεταξύ των γονέων, να εξειδικεύσει τον τρόπο άσκηση της στα κατ’ίδιαν θέματα ή να αναθέσει την άσκηση της γονικής μέριμνας στον ένα γονέα ή σε τρίτο , (β) να διατάξει πραγματογνωμοσύνη ή την λήψη οποιουδήποτε άλλου πρόσφορου μέτρου, ( γ) να διατάξει διαμεσολάβηση ή την επανάληψη διακοπείσας διαμεσολάβησης, ορίζοντας συγχρόνως τον διαμεσολαβητή .
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο γονέας, που διαφωνεί με την υπαγωγή σε διαμεσολάβηση, δεν μπορεί να εξαναγκασθεί να το πράξει κάτι, που- σε κάθε περίπτωση - είναι ασύμβατο με μια από τις βασικές αρχές της διαμεσολάβησης και δη εκείνης που καθιερώνει τον εκούσιο χαρακτήρα της .
Εάν ,όμως ,οι γονείς προσφύγουν μεν σε διαμεσολάβηση ,αλλά δεν καταστεί δυνατόν να εξεύρουν κοινά αποδεκτή λύση ,τότε το Δικαστήριο δύναται – μεταξύ άλλων – να διατάξει διαμεσολάβηση ή την επανάληψη διακοπείσας διαμεσολάβησης, ορίζοντας συγχρόνως διαμεσολαβητή , σύμφωνα με την περίπτωση (γ) της παραγράφου 3 του άρθρου 1514 ΑΚ .
Προκύπτει ,κατ’ ακολουθία από τα ανωτέρω , ότι είτε οι γονείς διαφωνήσουν σχετικά με αυτή καθ’ εαυτή την προσφυγή σε διαμεσολάβηση ,είτε προσφύγουν σε αυτήν αλλά αποχωρήσουν από την διαδικασία ως δικαιούνται ή δεν καταστεί δυνατόν να λύσουν την διαφορά με διαμεσολάβηση ,το Δικαστήριο ,σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, δύναται να διατάξει διαμεσολάβηση και να διορίζει διαμεσολαβητή .