«… Μετά την ολοκλήρωση της Διαμεσολάβησης, η οποία διεξήχθη ηλεκτρονικά με την συμμετοχή όλων των διαδίκων μερών, όλα τα διάδικα μέρη συμφώνησαν εις την επιτευχθείσα συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς, η οποία διετυπώθη εις Ιδιωτικό Συμφωνητικό, το οποίο επίσης υπεγράφη από όλα τα διάδικα μέρη.
Ακολούθως, το Ιδιωτικό Συμφωνητικό επρόκειτο, κατά την συμφωνία μας, όπως αυτή κατεγράφη και εις το Ιδιωτικό Συμφωνητικό, και την ανταλλαγή αλλεπάλληλων ηλεκτρονικών μηνυμάτων, να περιβληθεί τον τύπο του Πρακτικού επιτυχούς ολοκλήρωσης της Διαμεσολάβησης και να κατατεθεί εις την αρμόδια Γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών.
Κατά την συμφωνηθείσα συνάντηση εις το Πρωτοδικείο Αθηνών με τον πληρεξούσιο της εναγομένης εταιρείας, αυτός δεν προσήλθε να συνυπογράψει το Πρακτικό Διαμεσολάβησης, το οποίο είχε ήδη υπογράψει ο Διαμεσολαβητής και εγώ ως ο πληρεξούσιος των δύο εναγουσών εταιρειών.
Παρά τις επανειλημμένες προσκλήσεις μου ο εν λόγω δικηγόρος των δύο εναγομένων εταιρειών δεν προσήλθε τελικώς να προσυπογράψει.
Ειρήσθω ότι ήδη είχε παρέλθει η προθεσμία καταθέσεως των εκατέρωθεν προτάσεων εκ μέρους των διαδίκων μερών και συνεπώς η δίκη κανονικώς ματαιούται.
Μετά παρέλευση έτους, λόγω παραβιάσεως των όρων πληρωμής της απαιτήσεώς μας, όπως είχαν προσδιορισθεί εις το Ιδιωτικό Συμφωνητικό, προσήλθα εις την Γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών για να καταθέσω το Πρακτικό της Διαμεσολαβήσεως και να ζητήσω την έκδοση Απογράφου (κατάθεση χωρίς χρονικό περιορισμό, κατ' άρθρο 8.2 του Νόμου).
Η Γραμματεία και, ακολούθως, το Τριμελές Συμβούλιο Διοικήσεως του Πρωτοδικείου Αθηνών απέρριψε το αίτημά μου, καθώς έκρινε ότι δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις καταθέσεως του Πρακτικού επιτυχούς ολοκλήρωσης της Διαμεσολάβησης, λόγω της μη συνυπογραφής του και από την εναγόμενη εταιρεία.
Παρακαλώ να γνωμοδοτήσετε, εν συναρτήσει και προς την μόνη επί του ζητήματος, Γνωμοδότηση 6/2021 της Επιτροπής Επιλύσεως νομικών Ζητημάτων, εάν αρκεί η υπογραφή του Πρακτικού επιτυχούς ολοκλήρωσης της Διαμεσολάβησης υπό του Διαμεσολαβητού, ο οποίος ως θεματοφύλαξ της διαδικασίας, προδήλως προβαίνει εις την διαπιστωτική πράξη της επιτυχούς επιλύσεως της διαφοράς, ή απαιτείται και η υπογραφή όλων των διαδίκων μερών.
Εις την δευτέρα περίπτωση δύναται ο κάθε κακόπιστος διάδικος διά της αρνήσεως υπογραφής του να υπονομεύσει και την αστική δίκη και την Διαμεσολάβηση,
ως εγένετο εν προκειμένω !!!
Παρακαλώ για να αποφανθείτε αρκεί να μελετήσετε τον ρόλο του μόνου Διαιτητού ή του Επιδιαιτητού εις τις ανάλογες περιπτώσεις της Διαιτησίας, η υπογραφή του οποίου είναι απολύτως αρκετή για την έκδοση τελικής και εκτελεστής δικαστικής αποφάσεως.
Αναλογικώς, το οποίο ισχύει επί ομοίας περιπτώσεως, πρέπει να αρκεί μόνη η υπογραφή του Διαμεσολαβητού και εις την περίπτωσή μας.
Αρνούμαι το επιχείρημα περί εξαναγκασμού, διότι η Διαμεσολάβηση είναι συναινετικό σύστημα των διαδίκων μερών, καθώς εις την περίπτωση αυτή πρόκειται σαφώς περί due process της διαδικασίας, η οποία έχει ήδη εντελώς περαιωθεί με την οικειοθελή προσχώρηση του εναγομένου εις αυτήν, γιά την οποία δεν υπήρξε κανενός είδους εξαναγκασμός.
Εν τέλει, ασφαλώς και πρέπει να απολογηθώ εις τον εντολέα μου για την αβελτηρία του ελληνικού συστήματος Διαμεσολαβήσεως, το οποίο ΔΕΝ παρέχει δικλείδες ασφαλείας του στοιχειώδους αγαθού η περαιωθείσα Διαμεσολάβηση, να παρέχει τα εχέγγυα εκτελεστότητος και τον μηχανισμό εκτελέσεως κατά του κακόπιστου διαδίκου.
Το κόστος της καθυστερήσεως και η εξαφάνιση των περιουσιακών στοιχείων του εναγομένου μπορεί να οδηγήσει εις δραματικά αποτελέσματα τον καλόπιστο ενάγοντα.
Εις την περίπτωση αυτή, και διά τον φόβο των Ιουδαίων, ο ενάγων πρέπει σαφώς να απορρίψει εξ υπαρχής την ΥΑΣ και να οδεύσει προς την δίκη…»
Επί των ως άνω ερωτημάτων προσήκει κατά την εδώ υποστηριζόμενη άποψη η εξής απάντηση:
- Ο νόμος (άρθρ. 8 ν.4640/2019) δεν προβλέπει έναν ιδιαίτερο τύπο τον οποίο πρέπει να περιβληθεί το πρακτικό διαμεσολάβησης. Θα πρέπει το σχετικό κείμενο να εμπεριέχει τα στοιχεία που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρ. 8 και να υπογράφεται μετά το πέρας της διαδικασίας διαμεσολάβησης από τον διαμεσολαβητή, τα μέρη και τους νομικούς παραστάτες τους (παρ. 2, εδ. 1). Αν πληρούται η προϋπόθεση αυτή, τότε δεν έχει σημασία πως επιγράφεται, αν δηλαδή φέρει τον τίτλο «Πρακτικό Διαμεσολάβησης».
- Βεβαίως, θα πρέπει να προκύπτει από το σχετικό κείμενο που φέρει τις υπογραφές όλων των αναφερόμενων στο νόμο προσώπων ότι πρόκειται για την οριστική συμφωνία. Αν το έγγραφο που πληροί τα στοιχεία της παρ. 1 και υπογράφεται από τον διαμεσολαβήτη, τα μέρη και τους νομικούς παραστάτες εμπεριέχει πρόβλεψη ότι τα μέρη θα προσέλθουν σε κατάρτιση οριστικής συμφωνίας, τότε η σχετική συμφωνία έχει τον χαρακτήρα μιας απλής υποσχετικής συμφωνίας και δεν συνιστά Πρακτικό Διαμεσολάβησης υπό την έννοια του νόμου. Δεν αποκλείεται επίσης ανάλογα με τη διατύπωση να θεωρηθεί ότι η συμφωνία τελεί υπό εξουσιαστική αίρεση με περιεχόμενο ότι εναπόκειται στα μέρη να αποφασίσουν αν θα προβούν τελικώς σε οριστική κατάρτιση συμφωνίας ή θα εκφράσουν την άρνησή τους. Αυτό είναι πολύ σύνηθες, αν τα μέρη που συμπράττουν στη συμφωνία απαιτείται να λάβουν την έγκριση τρίτου (π.χ. διευθύνοντος συμβούλου, Δ. Σ.).
- Ως έχει η ρύθμιση του νόμου, δεν προβλέπεται δυνατότητα υπογραφής του πρακτικού διαμεσολάβησης μόνον από τον διαμεσολαβητή αν ήθελε επιτευχθεί συμφωνία (παρ. 2 εδ. 2). Δυνατότητα ερμηνευτικής παρακάμψεως της ρυθμίσεως του νόμου με αναγωγή στα ισχύοντα για τη διαιτησία δεν υφίσταται ενόψει του σαφούς γράμματος του νόμου.
- Συμφωνία των μερών που για διαφόρους λόγους δεν πληροί τις προϋποθέσεις του πρακτικού διαμεσολάβησης (δεν φέρει λ.χ. την υπογραφή του διαμεσολαβητή ή δεν έχει συνθετικά στοιχεία του άρθρ. 8 της παρ. 1) μπορεί να ισχύσει ως συμφωνία εξωδίκου συμβιβασμού (ΑΚ 871). Δεν αποκλείεται στην περίπτωση αυτή και η έκδοση διαταγής πληρωμής.
- Σε περίπτωση απωλείας δικονομικής προθεσμίας όπως είναι και η προθεσμία για κατάθεση των προτάσεων ένεκα δόλου ή ανωτέρας βίας δικαιολογείται η επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση (152 επόμ. ΚΠολΔ).